Αρχείο για Απριλίου, 2009
Ο δάσκαλος. Μια αυτοβιογραφία.
Σχεδόν πριν από μια δεκαετία, ο Φρανκ ΜακΚόρτ συναντήθηκε τελείως αναπάντεχα με τη διασημότητα, όταν, σε ηλικία εξήντα έξι ετών, έκανε την πολύκροτη εμφάνισή του στη λογοτεχνία με τις “Στάχτες της Άντζελα”, ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο για τα παιδικά του χρόνια στο Λίμερικ της Ιρλανδίας, το οποίο του χάρισε το Βραβείο Pulitzer. Ακολούθησε “Η γη της επαγγελίας”, μια απολαυστική περιγραφή των πρώτων χρόνων που έζησε στη Νέα Υόρκη. Έχουμε, επιτέλους, στα χέρια μας το από καιρό αναμενόμενο βιβλίο του ΜακΚόρτ για το πώς η τριακονταετής διδασκαλική σταδιοδρομία του στα λύκεια της Νέας Υόρκης διαμόρφωσε τη δεύτερη πράξη της ζωής του ως συγγραφέα. Ο δάσκαλος είναι ένας αναγκαίος φόρος τιμής στους δασκάλους όλου του κόσμου. Με πρόζα τολμηρή και νευρώδη, διαπνεόμενη από το εικονοκλαστικό πνεύμα του και τη σπαρακτική ειλικρίνειά του, ο ΜακΚόρτ καταγράφει τις δοκιμασίες, τους θριάμβους και τις εκπλήξεις που αντιμετωπίζει στα δημόσια λύκεια της Νέας Υόρκης. Αναπτύσσοντας μια κάθε άλλο παρά συμβατική μέθοδο διδασκαλίας αφήνει το στίγμα του στις καρδιές των μαθητών του, αναθέτοντάς τους να γράψουν ευρηματικές εργασίες, παρακινώντας τους σε ευτράπελα ωδικά δρώμενα κι οδηγώντας τους σε περιπετειώδεις εκπαιδευτικές εκδρομές. Ο McCourt αγωνίζεται μέρα την ημέρα να βρει τον δρόμο του μέσα στην τάξη, ενώ περνά τα βράδια του πίνοντας με συγγραφείς κι ονειρευόμενος πως κάποτε θα κατορθώσει να βάλει την ιστορία της ζωής του στο χαρτί. Ο δάσκαλος μάς δείχνει πώς ο ΜακΚόρτ ανέπτυξε αυτή την απαράμιλλη ικανότητα ν’ αφηγείται σπουδαίες ιστορίες, καθώς, πέντε μέρες την εβδομάδα και πέντε διδακτικές ώρες την ημέρα, μοχθεί για να κερδίσει την προσοχή και τον σεβασμό ατίθασων, αδιάφορων, μεθυσμένων από τη νιότη τους εφήβων. Ο κλυδωνιζόμενος γάμος του, η αποτυχημένη απόπειρά του να ολοκληρώσει μια διδακτορική διατριβή στο Κολέγιο Τρίνιτυ, στο Δουβλίνο, και οι επανειλημμένες απολύσεις του εξαιτίας της τάσης του να αυθαδιάζει στους προϊσταμένους του, κατά ειρωνικό τρόπο τον οδηγούν στο πιο έγκριτο σχολείο της Νέας Υόρκης, στο Λύκειο Στάυβεσαντ, όπου επιτέλους βρίσκει τη θέση του και τη φωνή του. «Το ακατάβλητο πείσμα μου», λέει, «μπορεί να μη είναι τόσο λαμπερό προτέρημα όσο η φιλοδοξία, το ταλέντο, η ευφυΐα ή η γοητεία, αλλ’ ωστόσο είναι το μόνο πράγμα που με βοήθησε να τα φέρω βόλτα στα πάνω και στα κάτω της ζωής μου». Για τον ΜακΚόρτ, το ν’ αφηγείται ιστορίες είναι μια πηγή σωτηρίας, και στον Δάσκαλο το ταξίδι της λύτρωσης -και της λογοτεχνικής φήμης- είναι μια διασκεδαστική περιπέτεια.
Παραλληλισμοί
Τρία πράματα στον κόσμο αυτό, πολύ να μοιάζουν είδα.
Τα ολόλευκα μα πένθιμα σχολεία των Δυτικών,
των φορτηγών οι βρώμικες σκοτεινιασμένες πλώρες
και οι κατοικίες των κοινών, χαμένων γυναικών.
Έχουνε μια παράξενη συγγένεια και τα τρία
παρ’ όλη τη μεγάλη τους στο βάθος διαφορά,
μα μεταξύ τους μοιάζουνε πολύ, γιατί τους λείπει
η κίνηση, η άνεση του χώρου και η χαρά.
Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού
Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου σήμερα.
Η UNESCO επέλεξε την 23η Απριλίου ως Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου και των Συγγραφικών Δικαιωμάτων, μια συμβολική ημερομηνία για την παγκόσμια λογοτεχνία. Σημαντικοί συγγραφείς γεννήθηκαν και πέθαναν, την 23 η Απριλίου όπως οι: William Shakespeare, Cervantes, Inca Garcilaso de la Vega κα. Πηγή έμπνευσης για τη γιορτή, αποτέλεσε ένα έθιμο στην Καταλονία, κατά το οποίο την ημέρα του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου), ένα τριαντάφυλλο δίνεται για κάθε βιβλίο που πωλείται.
Σας προτείνω, για την περίσταση, και με την Πρωτομαγιά σε λίγες μέρες:
το τεύχος 16 του περιοδικού Νεύσις, στο οποίο, μεταξύ άλλων, έχει και τι κείμενο της Σοφίας Ριζοπούλου “Flora Graeca”,
“Τα φυτά των Κυκλάδων” του Κωνσταντίνου Ι. Καταγά που εξέδωσε το 2007 στη Σύρο.
Παγκόσμια Ημέρα της Γης. Χρόνια πολλά Γη!
Τετάρτη, 22 Απρίλιος 2009
Παγκόσμια Ημέρα της Γης
Το «δώρο» της Ελλάδας, η έξοδος από το Κιότο
Η 22α Απριλίου είναι η Παγκόσμια Ημέρα της Γης.
Είναι η ημέρα κατά την οποία, εδώ και 38 χρόνια, σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, γιορτάζεται η γιορτή του πλανήτη μας, της Γης.
Η Παγκόσμια Ημέρα της Γης καθιερώθηκε το 1970 με στόχο να ευαισθητοποιήσει τις κυβερνήσεις και να κινητοποιήσει τους πολίτες του πλανήτη ώστε να αναδειχθούν και να αντιμετωπιστούν τα μεγάλα περιβαλλοντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πλανήτης μας.
38 χρόνια μετά την καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας της Γης, ο πλανήτης μας δείχνει …«ταλαιπωρημένος» όσο ποτέ άλλοτε.
Τα σημάδια που του αφήνει καθημερινά η ανθρωπότητα τείνουν να γίνουν βαθιές πληγές που δύσκολα θα κλείσουν. Η υπερθέρμανση και η ρύπανση του πλανήτη μας έχει οδηγήσει σε τεράστια κλιματική αποσταθεροποίηση, τα αποτελέσματα της οποίας αρχίσουμε ήδη να τα βιώνουμε: ξηρασία σε μεγάλες περιοχές οδηγούν μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες σε μετανάστευση, πείνα και θανάτους. Ταυτόχρονα σε άλλες περιοχές του πλανήτη, άλλοι πληθυσμοί απειλούνται από πνιγμό στην κυριολεξία και κάπου αλλού οι ανεμοστρόβιλοι «ξεριζώνουν» σπίτια και περιοχές ολόκληρες. Ο θαλάσσιος πλούτος, λόγω της υπεραλίευσης και της μόλυνσης, εξαφανίζεται. Οι αριθμοί είναι τραγικοί: ενώ η Μεσόγειος καλύπτει το 0.7% της συνολικής υδάτινης επιφάνειας του πλανήτη γίνεται δέκτης του 17% της παγκόσμιας θαλάσσιας ρύπανσης λόγο διαρροής πετρελαίου. Υπολογίζεται ότι μόνο στη Μεσόγειο, τα τελευταία 15 χρόνια έχουν διαρρεύσει περίπου 55.000 τόνοι πετρελαίου ρυπαίνοντας χιλιάδες χιλιόμετρα ακτών. Η μόλυνση των υδάτινων αποθεμάτων σε συνδυασμό με την ξηρασία οδηγούν απόγνωση πολλούς πολίτες, ακόμα και στην Ευρώπη, και καθιστούν μέγιστο πρόβλημα πολλών κρατών. Το πολυτιμότερο αγαθό του ανθρώπου θα γίνει μάλλον και το ακριβότερο και θα οδηγήσει πολλές περιοχές σε μεγάλες κρίσεις και πολέμους.
Η έκθεση του ΟΗΕ είναι άκρως απογοητευτική: 42% των αυτοχθόνων θηλαστικών, 43% των πτηνών, 45% των πεταλούδων, 30% των αμφιβίων, 45% των ερπετών και 52% των ψαριών του γλυκού νερού κινδυνεύουν να εκλείψουν στην Ευρώπη.
Στην ίδια έκθεση αναφέρεται επίσης πως την περίοδο 1995-2006 καταγράφηκαν έντεκα από τα δώδεκα θερμότερα έτη από το 1850 και ότι η μέση στάθμη της θάλασσας ανεβαίνει από το 1993 και μετά κατά 3,1 χιλιοστά ετησίως.
Όλα αυτά έχουν και οικονομικό κόστος: Σύμφωνα με έκθεση που έχει γίνει για λογαριασμό της Βρετανικής Κυβέρνησης το αποτέλεσμα της υπερθέρμανσης του πλανήτη θα είναι τουλάχιστον 200.000.000 πρόσφυγες και περίπου 5,5 τρισεκατομμύρια ευρώ εάν δεν κινητοποιηθεί άμεσα η διεθνή κοινότητα. Η δυστυχία του ανθρώπου (θα) είναι δεδομένη εάν δεν υπάρξει κάποια αλλαγή. Και η αλήθεια είναι ότι όσο και αν ευαισθητοποιηθεί ο πολίτης δεν θα επέλθει κανένα θετικό αποτέλεσμα όσο το «κεφάλαιο» και τα «μεγάλα συμφέροντα» αλλά και η πολιτική δεν αλλάξουν τακτική στο θέμα αυτό.
Η Παγκόσμια Ημέρα της Γης βρίσκει την Ελλάδα με μία μεγάλη και προσβλητική ποινή: σύμφωνα με τον ΟΗΕ η χώρα μας δεν έπεισε για την εγκυρότητα του συστήματος μέτρησης και καταγραφής των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου γι΄αυτό και αποβλήθηκε από τη Συνθήκη του Κιότο. Η μόνη χώρα ανάμεσα σε 141 άλλες χώρες!
Μικρή Ιστορία (6). Υπό την βασιλικήν δρυν.
Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη -1901-
Όταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, δια να υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οι κλώνές της, γαμψοί ως η κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του δρυμού, δέσποινα άγριας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου…
Από τα φύλλα της εστάλαζε κι έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Έθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα θείας ακμής, κι έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν, διάδημα θείον.
Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ούς, εψιθύριζεν εις την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το φύλλωμά της, εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, το «Ως εμεγαλύνθη». Μ΄ έθελγε, μ΄ εκήλει, μ΄ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω ν΄ αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, ν΄ αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν΄ ανέλθω εις τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακρέμονας… Και αν δεν μ΄ εδέχετο, και αν μ΄ απέβαλλεν από το σώμα της, και μ΄ έρριπτε κάτω, ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ θεολήπτου.
Επόθουν, αλλ΄ η συνοδία των οικείων μου, μεθ΄ών ετέλουν τας εκδρομάς εκείνας ανά τα όρη, δεν θα ήθελε να μοι το επιτρέψει. Και μίαν χρονιάν, ήτο κατά τας εορτάς του σωτηρίου έτους 186… , καθώς είχομεν διέλθει πλησίον του δένδρου, εφθάσαμεν εις το Μέγα Μανδρί· – ήτο δε το Μέγα Μανδρί μικρός συνοικισμός, θερινόν σκήνωμα των βοσκών του τόπου. Εκατοίκουν εκεί επτά ή οκτώ οικογένειαι αγροτών. Δύο εκ των οικογενειών τούτων συνεδέοντο προς τους γονείς μου δια δεσμών βαπτίσματος, κολληγοσύνης, κτλ. και όλοι ήσαν φίλοι και συμπατριώται μας.
Κατηρχόμεθα εκεί συνήθως τας ημέρας του Πάσχα, είτα πάλιν του Αγίου Γεωργίου ή την Πρωτομαγιάν, άλλοτε δε του Αγίου Κωνσταντίνου ή της Αναλήψεως. Επί τερπνού λόφου υπήρχε το παρεκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου ελειτουργούμεθα.
Ήγοντο εκεί χοροί και πανηγύρεις· δρόσος και αναψυχή και χάρμα εβασίλευεν. Εθύοντο αρνία και ερίφια, και σπονδαί εγίνοντο πυροξάνθου ανθοσμίου. Ετελούντο αγώνες αμίλλης, δισκοβολίαι και άλματα. Έπληττε τας πραείας ηχούς ο φθόγγος του αυλού και της λύρας, συνοδεύων το έρρυθμον βήμα των παρθένων προς κύκλιον χορόν. Και ξανθαί, ερυθρόπεπλοι βοσκοπούλαι επήδων, επέτων, εκελάδουν.
Καθώς είχομεν φθάσει εκεί, την χρονιάν εκείνην, με είχε κυριεύσει ζωηρότερον η εντύπωσις η μαγική της δρυός. Διηρχόμεθα εκάστοτε ουχί μακράν του δένδρου, απέχοντος ημισείας ώρας οδόν από το Μέγα Μανδρί. Ο δρόμος μας ήτον επί της κλιτύος, ολίγον υψηλότερον της θέσεως όπου ίστατο το δένδρον, έτεμνε δε πλαγίως το βουνόν… και η δρυς η μαγική, καθώς εξηκολούθουν να την βλέπω επί ικανήν ώραν, με εγοήτευε και με εκάλει, ως να ήτο πλάσμα έμψυχον, κόρη παρθενική του βουνού.
Κατά τας ποικίλας κυμάνσεις της οδού, σύμφωνα με τα κοιλώματα ή τας προεξοχάς του εδάφους, και κατά τας κινήσεις του οναρίου τας ιδιοτρόπους και πείσμονας – καθώς εξάνοιγα το πρώτον την δρυν, καθόσον επλησίαζα ή απεμακρυνόμην απ΄αυτής, τόσας θέας, απόψεις και φάσεις ελάμβανε το δένδρον. Εκ πλαγίου και μακρόθεν είχεν όψιν λιγυράς χάριτος· εγγύθεν και κατά μέτωπον, προέκυπτεν όλη μεστή και αμφιλαφής, βαθύχλωρος, επιβάλλουσα ως νύμφη.
Όλην την νύκτα, κοιμώμενος και αγρυπνών, ωνειρευόμην την δρυν, την θεσπεσίαν και υψηλήν… Την πρωίαν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, καθώς είχεν ευωδιάσει ο ναΐσκος από δάφνας και λιβανωτίδας, και είχε κρουσθεί τρελά από παιδικάς χείρας ο μικρός κώδων ο υπεράνω του γείσου της στέγης της πλακοσκεπούς, χαιρετίζων το «Ανάστα ο Θεός», το οποίον έψαλλεν ο παπάς ραίνων τους πιστούς με πέταλα ρόδων και ίων…είτα, πριν απολύσει η λειτουργία, εγώ έγινα άφαντος.
Δια πλαγίου, κρυφού δρομίσκου τον οποίον είχον ανακαλύψει την προτεραίαν, ήρχισα να ανέρχομαι την ράχιν του βουνού… διευθυνόμενος προς το μέρος, όπου ευρίσκετο η βασιλική δρυς. Επίστευον ότι εγνώριζα καλά τον δρόμον.
Ήτον όλη η οδός ανωφερής, κι εγώ έτρεχον, έτρεχον δια να φθάσω ταχέως, ν΄ ασπασθώ την ερωμένην μου – επειδή η δρυς υπήρξεν η πρώτη παιδική μου ερωμένη – και ταχέως πάλιν να επιστρέψω, φανταζόμενος ότι η απουσία μου τότε δεν θα παρετηρείτο, και δεν θα είχον ν΄ ακούσω επιπλήξεις από τους οικείους.
Προ εμού είχον αναχωρήσει από το ποιμενικόν σκήνωμα ολίγοι εκ της τάξεως των βοσκών, απερχόμενοι εις την πολίχνην, δια να κομίσωσιν αρνία και τυρίον εις τους κολλήγας, αποφέρωσι δε άλλα οψώνια εκ της πόλεως. Ούτοι θα επέστρεφον προς εσπέραν, και δεν ήτο πιθανόν να συναντήσω τινάς καθ΄ οδόν. Πλην παρ΄ ελπίδα είδον μακρόθεν άλλους ερχομένους προς τα εδώ, εν συνοδία γυναικών και παίδων και υποζυγίων· ούτοι ήρχοντο εκ της πόλεως δια να συνεορτάσωσιν εν τη εξοχή πλησίον των συγγενών των, των βοσκών.
Πάραυτα εξετράπην της οδού, κι έσπευσα να κρυβώ όπισθεν πυκνών θάμνων. Οι άνθρωποι εκείνοι αν με συνήντων, μεμονωμένον, μακράν των γονέων μου, πορευόμενον άγνωστον πού, θα επαραξενεύοντο, και αν δεν μ΄έπειθον να κατέλθω μετ΄αυτών ευθύς οπίσω, εξ άπαντος θα με κατήγγελλον εις τους γονείς μου, τους οποίους θα εύρισκον κάτω εις το Μέγα Μανδρί. Ήμην ένδεκα ετών παιδίον.
Εκείνοι ταχέως αντιπαρήλθον, κι εγώ ανέλαβα τον δρόμον μου, αλλά μετ΄ ολίγον τον έχασα. Εις έν σταυροδρόμιον όπου έφθασα, επήρα τον δρόμον αριστερά, τον υψηλότερον, και ασθμαίνων έφθασα εις την κορυφήν του βουνού. Πλην η μεγάλη δρυς υπήρξεν ευεργέτις μου και κηδεμών μου. Αύτη μ΄ εξήγαγεν εκ της απάτης, εφαίνετο δε ως να μοι ένευε μακρόθεν, και με ωδήγει να έλθω πλησίον της.
Καθώς την είδα χαμηλότερον, δεξιόθεν, αρκετά μακράν, άφησα τον δρομίσκον εις τον οποίον έτρεχα, και στραφείς προς δυσμάς ήρχισα να κατέρχομαι, μέσω των αγρών, υπερπηδών αιμασιάς, χάνδακας, φραγμούς θάμνων και βάτων, σχίζων τας σάρκας μου, αιμάσσων χείρας και πόδας… Τέλος έφθασα πλησίον της ποθητής νύμφης των δασών.
Ήμην κατάκοπος, κάθιδρος και πνευστιών. Άμα έφθασα, ερρίφθην επί της χλόης, εκυλίσθην επάνω εις παπαρούνες και χαμολούλουδα. Αλλ΄ όμως ησθανόμην κρυφήν ευτυχίαν, ονειρώδη απόλαυσιν. Ερρέμβαζον αναβλέπων εις τους κλώνάς της τους κραταιούς, και ηνοιγόκλειον ηδυπαθώς τα χείλη εις την πνοήν της αύρας της, εις τον θρουν των φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιών ανεπαύοντο εις τους κλώνάς της, έμελπον τρελά τραγούδια… Δρόσος, άρωμα και χαρμονή εθώπευον την ψυχήν μου….
Ήμην αποσταμένος, και δεν είχον κοιμηθεί καλά την νύκτα. Ο ύπνος μού έλειπεν. Εις την σκιάν του πελωρίου δένδρου, εν μέσω των μηκώνων του των κατακοκκίνων, ο Μορφεύς ήλθε και μ΄εβαυκάλησε, και μοι έδειξεν εικόνες, ως εις περίεργον παιδίον.
Μου εφάνη ότι το δένδρον –έσωζον καθ΄ύπνον την έννοιαν του δένδρου– μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις μίαν στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο ωραίαι εύτορνοι κνήμαι, κολλημέναι η μία επάνω εις την άλλην, είτα κατ΄ολίγον εξεκόλλησαν κι εχωρίσθησαν εις δύο· ο κορμός μού εφάνη ότι διεπλάσσετο και εμορφούτο εις οσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους γλαφυρούς, προέχοντας· οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μού εφάνησαν ως δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμεναι εις το άπειρον, είτα κατερχόμεναι συγκαταβατικώς προς την γην, εφ΄ης εγώ εκείμην· και το βαθύφαιον, αειθαλές φύλλωμα, μου εφάνη ως κόμη πλουσία κόρης, αναδεδημένη προς τ΄ άνω, είτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη προς τα κάτω.
Το πόρισμά μου, το εν ονείρω εξαχθέν, και εις λήρον εν είδει συλλογισμού διατυπωθέν, υπήρξε τούτο: «Α! δεν είναι δένδρον, είναι κόρη· και τα δένδρα, όσα βλέπομεν, είναι γυναίκες!»
Όταν μετ΄ολίγον εξύπνησα, ως συνέχειαν του ονείρου έσχον εν νώ την ανάμνησιν της ιστορίας του τυφλού, τον οποίον ο Χριστός εθεράπευσε, καθώς είχον ακούσει τον διδάσκαλόν μας εις την Ιεράν Ιστορίαν: «Καταρχάς μεν είδε τους ανθρώπους ως δένδρα· δεύτερον δε τους είδε καθαρά…»
Πλην δεν εξύπνησα ακόμη, πριν ακούσω τι έλεγε το φάσμα· η κόρη – η δρυς, είχε λάβει φωνήν και μοι έλεγεν:
-Ειπέ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν….δια να μη κάμω ακουσίως κακόν. Δεν ειμ΄ εγώ νύμφη αθάνατος· θα ζήσω όσον αυτό το δένδρον…
Εξύπνησα έντρομος, κι έφυγον… Ήτο ήδη μεσημβρία, και ο ήλιος εμεσουράνει…. Έκαιεν υψηλά, υπεράνω της κορυφής της δρυός, ήτις ήτο σκιά αδιαπέραστος… Από τον αντικρινόν λόφον ήκουσα φωνήν να με καλεί εξ ονόματος.
Ήτο εις μικρός βοσκός, με την κάππαν του, με την στραβολέκαν του, και με δέκα αίγας, τας οποίας ωδήγει. Μου εφώναξεν ότι ο πατήρ μου με ανεζήτει ανήσυχος, και, να τρέξω, να φθάσω ταχέως εκεί κάτω….
Δεν ενόησα τίποτε από το μαντικόν όνειρον. Αργότερα εδιδάχθην από εγχειρίδιον Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν, εν ή ευρίσκεται ενσαρκωμένη…
Μετά πολλά έτη, όταν ξενιτευμένος από μακρού επέστρεψα εις το χωρίον μου, κι επεσκέφθην τα τοπία εκείνα, τα προσκυνητάρια των παιδικών αναμνήσεων, δεν εύρον πλέον ουδέ τον τόπον ένθα ήτο ποτε η Δρυς η Βασιλική, το πάγκαλον και μεγαλοπρεπές δένδρον, η νύμφη η ανάσσουσα των δρυμώνων.
Μία γραία με την ρόκαν της, με δύο προβατίνας τας οποίας έβοσκεν εντός αγρού πλησίον, ευρίσκετο εκεί, καθημένη έξωθεν της μικράς καλύβης της.
Όταν την ηρώτησα τι είχε γίνει το «Μεγάλο Δέντρο», το οποίον ήτον ένα καιρόν εκεί, μοι απήντησεν:
-Ο σχωρεμένος ο Βαργένης το έκοψε…μα κι εκείνος δεν είχε κάμει νισάφι με το τσεκούρι του· όλο θεόρατα δέντρα, τόσα σημαδιακά πράματα… Σαν το ΄κοψε κι ύστερα, δεν είδε χαΐρι και προκοπή. Αρρώστησε, και σε λίγες μέρες πέθανε… Το Μεγάλο Δέντρο ήτον στοιχειωμένο.
http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/ppd_drus.html
Η Βικιπαίδεια σα Ποντιακά
Ανοιχτόν εγκυκλοπαίδεια ντο γράφκεται και τρανείν
απ’ ατείντς π’ θέλνε.
Τέσσερις μαθητές: Ιωάννης, Ιούδας, Πέτρος, Θωμάς.
Η συμπερίληψη της παγκόσμιας διαχρονικής μαθητείας.
Αλλά νομίζω πως κάθε Δάσκαλος είναι ερωτευμένος με τους Ιούδες του.
Γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ
Αύριο Κυριακή του Θωμά και εμμέσως γιορτάζεται ένας μαθητής, ο άπιστος, ο αμφιβάλλων, ο εμπειρικός. Σκέφτομαι πως η ιστορία του Χριστού πιθανότερον, από τις ωραιότερες ιστορίες του κόσμου, να είναι η πιο κοινή, η πιο οικεία. Αν αφαιρέσουμε το θαύμα της Αναστάσεως που ανάγεται, βέβαια, στη θεϊκή φύση του Θεανθρώπου, η υπόλοιπη ανθρώπινή του περιπέτεια και ιδιαίτερα η διδασκαλική του πορεία είναι σχεδόν πληκτικά όμοια με εκατομμυρίων άλλων Διδασκάλων. Θεωρώ πως ένας Δάσκαλος φαίνεται και εξηγείται από το ποιόν των μαθητών του. Όσο περισσότερο διαφοροποιημένοι είναι οι μαθητές, όσο λιγότερο οπαδοί, πειθήνιοι κολαούζοι και όσο περισσότερο αντιστέκονται στον Δάσκαλο, ακόμα και να τον ξερνάνε θα το καταλάβαινα, αφού, βέβαια, πρώτα τον αφομοιώσουν, ακόμα κι αν χρειαστεί να τον καταβροχθίσουν. Ένας πραγματικός μαθητής είναι εκείνος που αρνείται τον δάσκαλο, τον αμφισβητεί, τον ανατρέπει, φτάνει σε μια πρώτη φάση να τον προσεγγίσει, να του αφοσιωθεί, όχι δουλικά, αλλά με την αφοσίωση που χρειάζεται για να τον απομυζήσεις, να του ρουφήξεις το μεδούλι. Κι όταν αφομοιώσεις τα ουσιώδη, όταν χωνέψεις τα χρήσιμα, αυτά που σε αυξάνουν και σε ανδρώνουν, να φτύσεις τα υπόλοιπα, τα περιττά, τα ξεπερασμένα, τα κατεστημένα, τα αντιφατικά. Ο Χριστός ευτύχησε να έχει τέτοιους μαθητές. Από τους δώδεκα τουλάχιστον οι τέσσερις σχεδόν συμβολικά απεικονίζουν τα αρχέτυπα της σχέσης Μαθητή – Δασκάλου. Ευτύχησε να έχει έναν αφοσιωμένο μαθητή, έναν ερωτευμένο με τη γοητεία του, το κύρος του, την αυθεντία του. Όχι έναν απλό οπαδό! Ο Ιωάννης είναι ο τρυφερός μαθητής, που από την πρώτη στιγμή ανακαλύπτει τη συναισθηματική χορδή του Δασκάλου. Ο Ιωάννης, μαθητής που πάνω από τον Σταυρό ο Χριστός ηυδόκησε, δεν είναι ούτε οι πειθήνιος θαυμαστής ούτε ο παραιτημένος κεκράχτης. Είναι ένα μορφωμένο παιδί. Ο Ιωάννης αργότερα θα γράψει ελληνικά και το Ευαγγέλιο και την Αποκάλυψη και η γραφή του αποδεικνύει τις οφειλές του και στην ελληνική φιλοσοφία και στη μεταφυσική μυστικιστική εβραϊκή προφητική παράδοση. Από όλους τους Ευαγγελιστές μόνον αυτός ορίζει την ταυτότητα Λόγου Θεού. Οι άλλοι είτε συνδέουν τον Χριστό με την εβραϊκή παράδοση είτε με την εβραϊκή φυλή (Αβραάμ εγέννησε Ισαάκ, Ισαάκ εγέννησε Ιακώβ…). Ο Ιωάννης στην πνευματική του επικοινωνία με τον Διδάσκαλο κατενόησε την ουσία του Δημιουργικού σπερματικού Λόγου. Η γραφή του μυρίζει δεύτερη Σοφιστική, στωικούς κ.λπ. Αυτός ο μαθητής ένιωθε μια μυστική, υπόγεια χορδή να τον ενώνει με τον Δάσκαλο. Γι’ αυτό και ο Σταυρωμένος Διδάσκαλος τού εμπιστεύεται τη μητέρα του και ταυτίζεται ως υιός με τον μαθητή: «Ιδού ο υιός σου». Αυτή είναι η ευλογημένη σχέση Μαθητή – Δασκάλου, η πιο γόνιμη, η βαθιά ερωτική. Θυμίζει την αφοσίωση του Πλάτωνος στον Σωκράτη, τόση ώστε ο μαθητής να αποσβέσει το πρόσωπό του και στους «Διαλόγους» του να δανείσει τη σκέψη του στον Δάσκαλο και με τα χείλη του Δασκάλου να μιλεί και να διαλέγεται. Ο άλλος τύπος μαθητή είναι ο προδότης, ο Ιούδας. Έχουν γραφεί ενδιαφέροντα πράγματα για την αιτία της προδοσίας. Ο Σπύρος Μελάς στον «Ιούδα» του, που ανέβασε ο Φώτος Πολίτης, εμφανιζόταν σαν ένας φανατικός εθνικιστής που πίστευε πως το κήρυγμα του Ιησού θα ήταν επαναστατικό εγερτήριο σάλπισμα για την απελευθέρωση του Ισραήλ από τους Ρωμαίους. Όταν αντελήφθη πως ο Χριστός εγκατέλειπε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι τον κατέδωσε γιατί ένιωθε πως πρόδωσε τον απελευθερωτικό αγώνα. Όπως πάντως κι αν έχει το πράγμα, έστω κι αν ο Ιούδας είναι ένα σκεύος θείας εκλογής, ο αναγκαίος άλλος πόλος του μαρτυρίου, ο Ιούδας καταγράφεται ως ο μαθητής που πρόδωσε. Και αυτός ο μαθητής αναφέρεται στην αφήγηση ως άνθρωπος άκρας εμπιστοσύνης του Διδασκάλου. Ήταν ο Ταμίας, ο κατά τεκμήριο τιμιότερος και εγκρατέστερος των μαθητών. Είχε στη διάθεσή του το μικρό κεφάλαιο της συντροφιάς, πάντως ποσόν πιο υπολογίσιμο από τα τριάντα αργύρια. Άρα, αφού δεν άρπαξε το ταμείο, δεν πρόδωσε για τα λεφτά. Είναι ο μαθητής ο φανατικός, ο απόλυτος, ο ασυμβίβαστος, ο αποφασισμένος, που όταν νιώθει ότι ο Δάσκαλος τον «πρόδωσε», έστω κι αν η πεποίθησή του είναι λαθεμένη, προδίδει αυτός τον Δάσκαλο. Κάπου νιώθει ότι εγκαταλείφθηκε, περιφρονήθηκε, ταπεινώθηκε. Κανείς δεν αποκλείει κάποιο ψυχολογικό σύμπλεγμα, κάποια απογοήτευση, κάποια παρεξήγηση. Συμβαίνουν αυτά. Ο μαθητής ο αφοσιωμένος μπορεί να νιώθει ότι προδίδεται όταν ο Δάσκαλος φανεί να χαρίζει σε άλλον την εύνοιά του, σε κάποιον άλλον να χαρίζει τη σκέψη του ιδιαιτέρως, κάποιον άλλον αναφανδόν να προτιμά. Η σχέση Μαθητή – Δασκάλου είναι χωρίς αμφιβολία ερωτική και, όπως σε κάθε ερωτική σχέση, φυτρώνουν ζιζάνια, ζήλειες, ματαιώσεις, καθιζήσεις, συχνά αναπτύσσεται στη θέση του έρωτος μίσος που φτάνει ως τον φόνο, στην προδοσία. Μόνον ένας απογοητευμένος ερωτευμένος μαθητής προδίδει κι ύστερα απαγχονίζεται. Άλλος τύπος μαθητή είναι ο αρνητής, ο δειλός αρνητής, ο φοβισμένος μαθητής, ο ανασφαλής, ο περιδεής. Τρέμει συχνά τη βία των αντιπάλων του Διδασκάλου και στην καίρια στιγμή, ενώ το πάθος για τον Δάσκαλο τον βρίσκει στους τόπους που εκείνος δοκιμάζεται, όταν ερωτηθεί όπως ο Πέτρος τον αρνείται και μία και δύο και τρεις φορές. Είναι αυτός που, όπως το μνημειώνει ο Δάντης για τον Πάπα εκείνον που είπε το μεγάλο όχι, αρνήθηκε από δειλία. Όσο κι αν διαφωνεί ο Καβάφης για το αίτιο της αρνήσεως, ο δειλός μαθητής γίνεται συχνά στο τέλος ο διάδοχος του Διδασκάλου. Ο Πέτρος που άλλοτε σαν οξύθυμο κοκοράκι κόβει αυτιά όταν του περνάει και πριν λαλήσει το κοκόρι αρνείται τη σχέση με τον Δάσκαλο, γίνεται η Πέτρα επί της οποίας ο Χριστός θα θεμελιώσει την Εκκλησία του. Το συνηθίζουν οι Δάσκαλοι να συμπαθούν ιδιαίτερα τους δειλούς μαθητές. Ο τέταρτος τύπος μαθητή, ο εορτάζων αύριο, ο Θωμάς. Δεν πιστεύει χωρίς να αγγίξει, δεν πείθεται με τον λόγο, θέλει απτές αποδείξεις. Η Ανάσταση δεν τον πείθει, αν δεν βάλει το δάχτυλο στον τύπο των καρφιών. Ο αιώνιος αμφισβητίας, αμφιβάλλων μαθητής, ο διαπορών, ο ερευνητικός, ο εριστικός, ο φιλέρευνος. Ερευνά πριν πιστέψει. Ο επιστήμονας, ο εμπειριοκράτης, ο πρόγονος των Αλχημιστών, του Βάκωνα, του επιστημονικού σχετικισμού, ο θεμελιωτής των πειραματικών εργαστηρίων. Ιωάννης, Ιούδας, Πέτρος, Θωμάς. Η συμπερίληψη της παγκόσμιας διαχρονικής μαθητείας. Όσοι από μας ασκήσαμε το γοητευτικό και βασανιστικό ερωτικό επάγγελμα (άλλοι λένε λειτούργημα) του Δασκάλου τους γνωρίζουμε αυτούς τους τυπικούς μαθητές. Μας κολακεύουν οι Ιωάννηδες, αν και συχνά μας ξεπλανεύουν. Συμπαθούμε τους Πέτρους, αν και συχνά μας αρνούνται όταν τους έχουμε απόλυτη ανάγκη στήριξης. Καμαρώνουμε τους Θωμάδες. Ξέρουμε πως αυτοί θα πάνε τον κόσμο πιο πέρα και πιο βαθιά. Αλλά νομίζω πως κάθε Δάσκαλος είναι ερωτευμένος με τους Ιούδες του γιατί ξέρει πως το τίμημα της προδοσίας είναι θάνατος. Κι αυτή τη θυσία την πραγματοποιούν μόνο οι ερωτευμένοι.
Από ΤΑ ΝΕΑ, 06-05-2000, Κωδικός άρθρου: A16734R461 ID:211274
Ο μήνας έχει εννιά!
Γιορτάζουν οι:
Ευψύχιος, Εύψυχος, Ευψυχής, Ευψυχία, Ευψυχούλα, Ευψυχίτσα, Ψυχούλα, Ψυχίτσα
Προτείνω την ημέρα αυτή να γιορτάζουμε και την Ψυχολογία!