Αρχείο

Archive for the ‘ΑΣΠΑΙΤΕ’ Category

Εαυτός και ιδανικός εαυτός

Εαυτός (self)
Εξέχουσα θέση στη θεωρία του Rogers κατέχει η έννοια του «εαυτού». Το άτομο, ζει σε ένα φαινομενολογικό περιβάλλον το οποίο περιλαμβάνει οτιδήποτε συμβαίνει γύρω και μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό σε μια δεδομένη στιγμή και το οποίο μπορεί να γίνει προσιτό στην συνείδηση. Όλο αυτό το σύστημα των αντιλήψεων, των εμπειριών και του νοήματος που δίνεται σε αυτές, αποτελεί το φαινομενολογικό πεδίο του ατόμου. (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 1999). Ωστόσο, καθώς προχωρά η ανάπτυξη, ένα κομμάτι αυτού του πεδίου διαφοροποιείται και σχηματίζει τον «εαυτό» του ατόμου (Hall & Lindzey, 1985, Rogers, 1959). Ο εαυτός, συντίθεται προοδευτικά, διαμέσου των συνδιαλλαγών με τα σημαντικά πρόσωπα του περιβάλλοντος. Το άτομο, σιγά- σιγά, διαμορφώνει ένα σταθερό και οργανωμένο σύστημα αντίληψης του εαυτού. Παρόλο που το άτομο αλλάζει, η αυτοαντίληψη του διατηρείται.

Πηγή: http://e-psychology.gr/psychotherapy/125—-carl-rogers

Ο ιδανικός εαυτός αναφέρεται στο πώς θα ήθελε ιδανικά να είναι το άτομο (όχι πώς θα έπρεπε να είναι με βάση κοινωνικούς κανόνες). Ο ιδανικός εαυτός αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του σχήματος του εαυτού.

Ο Freud (1923/1961) ήταν ο πρώτος που αναφέρθηκε στον ιδανικό εαυτό και έδωσε το έναυσμα για πλείστες θεωρίες και έρευνες στο ρόλο του ιδανικού εαυτού (π.χ. Schafer, 1967˙ Cooley, 1964˙ Colby, 1968˙ Higgins, 1987). Ιδιαίτερη προσοχή προσδόθηκε στη νοητή απόσταση ανάμεσα στον ιδανικό εαυτό και τον πραγματικό εαυτό, όπως, επίσης, και στις ψυχοσυναισθηματικές επιπτώσεις που επέρχονται από την αύξηση ή τη μείωση της απόστασης αυτής (π.χ. Rogers, 1961˙ Markus & Nurius, 1986˙ Higgins, 1987). Όταν η απόσταση ανάμεσα στον πραγματικό εαυτό και τον ιδανικό εαυτό είναι μεγάλη, τότε η ασυμφωνία αυτή δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα όπως απογοήτευση, λύπη, φόβο, θυμό, απειλή κ.ά. Ευνοϊκή θεωρείται μια μικρή απόσταση από τον ιδανικό εαυτό, η οποία παρέχει στο άτομο το κίνητρο, αλλά και την ικανότητα να βελτιώσει τον εαυτό του σε ρεαλιστικά πλαίσια.

Πηγή: ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΚΑΙ ΜΑΘΗΣΗ

Πραγματικός και ιδανικός εαυτός / ασυμφωνίες και άμυνες
Όσο οι όροι αξίας που βάζουν οι άλλοι για την προσφορά της πολυπόθητης αποδοχής και θετικής αναγνώρισης γίνονται πιο απαιτητικοί και άκαμπτοι, τόσο το άτομο κινδυνεύει να χάσει την κατεύθυνση που του προσφέρει το οργανισμικό αξιολογητικό του σύστημα και άντ’ αυτού κατευθύνεται από τους όρους αξίας και την αξιολόγηση των άλλων” (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 2002). Το κομμάτι του ατόμου που λειτουργεί με βάση τις επιταγές της οργανισμικής διαδικασίας εξέλιξης, αποτελεί τον πραγματικό εαυτό.
Ιδανικός εαυτός, είναι σύμφωνα με τον Rogers η αντίληψη της πραγματικότητας που το άτομο θα ήθελε να διαμορφώσει. Συγκεντρώνει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται δυνητικά με τον εαυτό και βρίσκονται ιδιαίτερα ψηλά στην αξιολογητική κλίμακα του ατόμου. Το άτομο, φαίνεται να συμπεριφέρεται με κίνητρα και άμυνες που διαμορφώνονται ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σε σχέση με τις εμπειρίες που βιώνει και σε συνάρτηση με αυτό που θα ήθελε να είναι. Η σύγκρουση ανάμεσα στον πραγματικό και τον ιδανικό εαυτό, αποτελεί πηγή άγχους και πόνου και αναδύει τους μηχανισμούς άμυνας (προκειμένου οι προσλαμβανόμενες εμπειρίες να γίνουν λιγότερο απειλητικές) και δυνητικά οδηγεί σε ψυχοπαθολογικές συμπεριφορές.

Πηγή: http://e-psychology.gr/psychotherapy/125—-carl-rogers

Βιβλιογραφία

Colby, K.M. (1968). «A programmable theory of cognition and affect in individual personal belief systems». In R.P. Abelson, E., Aronson, W.J. Mc Guire, T.M. Newcomb, M.J. Rosenberg, & P.H. Tannenbaum (Eds.), Theories of cognitive consistency: A source book (520-525). Chicago: Rand McNally.

Cooley, C.H. (1964). Human nature and the social order. New York: Schocken Books.

Freud, S. (1961). «The ego and the id». In J. Starchey ( Ed. And Translation), The standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud (Vol. 19, pp 3-66). London: Hogarth Press. (Original work published 1923)

Hall, Calvin, and Lindzey, Gardener, (1985). Introduction to Theories of Personality. New York: John Wiley and Sons. Inc.

Higgins, E.T. (1987). «Self-discrepancy: A theory relating self and affect». Psychological Review, 94, 319-340.

Markus, H., & Nurius, P., (1986). «Possible Selves». American Psychologist, 41, 954-969.

Rogers, C.R. (1961). On becoming a person. Boston: Houghton Mifflin.

Rogers, C. (1959). A theory of therapy, personality and interpersonal relationships as developed in the client-centered framework.

Schafer, R. (1967). «Ideals, the ego ideal and the ideal self». In R.R. Holt (Ed.), «Motives and thought: Psychoanalytic essays in honour of David Rapaport (Special Issue)». Psychological Issues, 5 (2-3), 131-174.

Ιωσηφίδη, Π. & Ιωσηφίδης, Ι. (2002). Η προσωποκεντρική προσέγγιση του Carl Rogers στο Ποταμιάνος, θεωρίες προσωπικότητας και κλινική πρακτική, 5η έκδοση αναθεωρημένη. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

 

ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ: βιωματική διδασκαλία και μάθηση

Πρώτη δημοσίευση: 2 Φεβρουαρίου 2012

Με αφορμή την παρέμβασή μου στο Συνέδριο για τη Βιωματική Μάθηση που έγινε στη Θεσσαλονίκη (στο Βυζαντινό Μουσείο) την Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012.

Τι διαβάζουμε στα λεξικά:

βίωμα το: βαθιά και άμεση εμπειρία που αποκτά κάποιος ζώντας κάτι προσωπικά: Προσωπικά / ατομικά / συλλογικά βιώματα. Θετικά / αρνητικά / τραυματικά βιώματα. Βιώματα της παιδικής / της εφηβικής ηλικίας.

βιώνω: αποκτώ εμπειρία για κάτι ζώντας το προσωπικά, ζω κάτι: βιώνω μια κατάσταση / ένα γεγονός. Πώς βιώνουν οι νέοι τη διαδικασία ένταξής τους στην κοινωνία; Εμπειρίες / γεγονότα που βιώθηκαν τραυματικά. [αρχ. βι(ῶ) -ώνω «περνώ τη ζωή μου»]

εμπειρία η: 1. η γνώση που προέρχεται από την πρακτική ενασχόληση με κάτι, από την άσκηση έργου ή από την αντιμετώπιση καταστάσεων και προβλημάτων, σε αντιδιαστολή προς τη γνώση από θεωρητική σπουδή, από μελέτη: Οι εμπειρίες της ζωής. 2. (φιλοσ.) η γνώση που στηρίζεται στην άμεση αντίληψη των πραγμάτων, την οποία προσφέρουν οι αισθήσεις μας, σε αντιδιαστολή προς τη γνώση που στηρίζεται στη νόηση, στο διαλογισμό.

συγκινώ -ούμαι συγκινημένος: προξενώ ψυχική, συναισθηματική ένταση, ταραχή: Με συγκίνησε το δώρο / η πράξη / το ενδιαφέρον / η προσφορά του. Τα λόγια του με έχουν συγκινήσει. Το έργο κατάφερε να συγκινήσει το κοινό. Συγκινήθηκα κι έκλαψα. || κινώ, προκαλώ το ενδιαφέρον: H πρότασή του δε με συγκίνησε. [αρχ. συγκινῶ «κινώ μαζί, εξάπτω»]

Συνάντηση (encounter). Η διευκόλυνση της ουσιώδους μάθησης στηρίζεται σε ορισμένες ποιότητες που αφορούν σε στάσεις και συμπεριφορές που δημιουργούνται στη διαπροσωπική σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ  του μαθητή και του διευκολυντή – δασκάλου. Η σχέση αυτή είναι η συνάντηση.

Εννοιολόγηση (conceptualisation): επινόηση μιας ιδέας ή νοητική εξήγηση ή διαμόρφωσή της.

Βιωματική διδασκαλία και μάθηση

Βίωμα: προσωπική εμπειρία που συγκινεί.

Η εμπειρία, ως έννοια, περιλαμβάνει τα πάντα. Περιλαμβάνει την ολότητα μιας κατάστασης, αλλά και την υποκειμενική εμπειρία του ατόμου που εμπλέκεται σε αυτήν.

Η συνάντηση με τον κόσμο που μας περιβάλλει σημαίνει συγκίνηση, βίωμα, βιωματική εμπειρία. Ο τρόπος της συνάντησης αυτής μπορεί να είναι διαισθητικός-εμπειρικός, αλλά μπορεί να είναι και συστηματικός-επιστημονικός. (Η συνάντηση με γλώσσα λογοτεχνική)

Βιωματική γνώση: η γνώση (οι αλλαγές γενικότερα) που παρέχει (προκαλεί) ένα βίωμα.

Βιωματική διδασκαλία

Συμβαίνει όταν και μόνον όταν οι μαθητές βγαίνουν από την τάξη, κινούνται στο χώρο, αγγίζουν, βλέπουν, ακούν, και μυρίζουν;

Όχι! Έτσι κινητοποιείται ευκολότερα το ενδιαφέρον τους, αλλά δεν εξασφαλίζεται η βιωματικότητα.

Συμβαίνει μόνον εκτός της σχολικής τάξης;

Όχι! Μπορεί να συμβεί και μέσα στην τάξη, αρκεί να εφαρμοσθεί κατάλληλη μεθοδολογία.

Στη βιωματική διδασκαλία σημασία δίνεται στην επίλυση προβλημάτων, στις εμπειρίες της πραγματικής ζωής μας, στην καθημερινότητά μας.

Σημασία της ανατροφοδότησης στη μαθησιακή διαδικασία. Αναστοχασμός. Μεταγνώση.

Η εμπειρία καταλήγει σε μια ορισμένη εννοιολόγηση / γενίκευση = βιωματική γνώση. Για να το κάνει αυτό ο μαθητής χρειάζεται να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να εκφράσει στους άλλους αυτό που βίωσε. Πώς όμως ο μαθητής θα μπορέσει να το εκφράσει με λόγια (με τη βοήθεια των άλλων);

Βιωματική μάθηση

Εκείνο που προϋποτίθεται -και χαρακτηρίζει συνολικά το φαινόμενο της βιωματικής μάθησης- είναι η περιέργεια, η ανάγκη και η επιθυμία, που δημιουργούν το κίνητρο και το ενδιαφέρον για το προς μάθηση αντικείμενο, την κινητοποίηση και τη δράση τελικά.

Βιωματική είναι η μάθηση όταν ικανοποιεί τις εξής τουλάχιστον προϋποθέσεις:

  • Οι υποκειμενικές εμπειρίες του μαθητή -περιλαμβανομένων των γνωστικών, συναισθηματικών και κοινωνικών πτυχών των εμπειριών του- συνδέονται μεταξύ τους με συνεχείς διαδικασίες, προς τα μπροστά (σχεδιασμού) και προς τα πίσω (αναστοχασμού).
  • Ο μαθητής πρέπει να είναι ενεργά παρών και να έχει συνείδηση των αλληλεπιδράσεων του στην κατάσταση.
  • Η βιωματική μάθηση είναι υποκειμενική, αλλά ταυτόχρονα καλά καθορισμένη, έντονη και πολύπλοκη. Οι μέθοδοι που επιλέγονται πρέπει φροντίζουν και να εξασφαλίζουν την υποκειμενικότητα των συμμετεχόντων.
  • Οι εκπαιδευτικοί εμψυχωτές χρησιμοποιούν τις υποκειμενικές εμπειρίες των μαθητών ως βάση για μάθηση.
  • Οι μαθητές μαθαίνουν με το να κάνουν τον εαυτό τους ορατό σε καθένα από τους συμμαθητές τους και με το να είναι έτοιμοι για την αποδοχή νέων προοπτικών.

Παράδειγμα βιωματικής μάθησης

Αλήθεια; Πώς μάθατε ποδήλατο;

Αναμενόμενες ακαδημαϊκές επιδόσεις του μαθητή, αποτέλεσμα της βιωματικής μάθησης

  • Καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης – Ικανότητα επίλυσης προβλημάτων
  • Απόκτηση κριτικής σκέψης
  • Μύηση στην επιστημονική σκέψη (γνώσεις και δεξιότητες διεξαγωγής έρευνας, ειδικότερα)
  • Αισθητική εκτίμηση και αξιολόγηση
  • Δεξιότητες διαχείρισης ποσοτικών δεδομένων
  • Δεξιότητες επικοινωνίας (και γραφής, ειδικότερα)
  • Απόκτηση βασικών στοιχείων Γενικής Παιδείας
  • Δυνατότητα επίτευξης δηλωμένων στόχων

Πώς επιτυγχάνεται συνήθως αυτές οι ακαδημαϊκές επιδόσεις;

Με κατάλληλες τεχνικές που χρησιμοποιούνται από τους εκπαιδευτικούς, όπως:

  • εκπαιδευτικές εκδρομές
  • εμπειρίες – (στοιχείο περιπέτειας/πρόσκοποι, αναρρίχηση σε ένα βουνό, κατασκήνωση στο δάσος, κατέβασμα ενός ρυακιού, …)
  • παρατήρηση πεδίου
  • παιχνίδια
  • παιχνίδια ρόλων
  • κατασκευές
  • δημοσκοπικές έρευνες /ερωτηματολόγια
  • προσομοιώσεις
  • μακέτες
  • οπτικοποιήσεις

Περισσότερα:

http://www.forelise.eu/

Άλμπερτ Μπαντούρα – Albert Bandura (1925- )

Ο Άλμπερτ Μπαντούρα είναι ψυχολόγος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ (David Starr Jordan Professor Emeritus of Social Science in Psychology at Stanford University). Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, που κρατάει σχεδόν έξι δεκαετίες, ο Μπαντούρα συνέβαλε σημαντικά σε πολλούς τομείς της ψυχολογίας, όπως την κοινωνικογνωστική θεωρία, την θεραπεία και την ψυχολογία της προσωπικότητας, και επηρέασε την μετάβαση από τον συμπεριφορισμό στην γνωστική ψυχολογία. Είναι ο εισηγητής της θεωρίας κοινωνικής μάθησης και της θεωρίας αυτοαποτελεσματικότητας και είναι υπεύθυνος για το πείραμα με τη κούκλα Μπόμπο (Bobo Doll experiment).

Το 2002, μια έρευνα κατέταξε τον Μπαντούρα ως τον τέταρτο πιο συχνά επικαλούμενο ψυχολόγο όλων των εποχών, πίσω από τον Μπ. Φ. Σκίνερ (B. F. Skinner), τον Σίγκμουντ Φρόιντ (Sigmund Freud) και τον Ζαν Πιαζέ (Jean Piaget), και ως τον πιο επικαλούμενο εν ζωή. Ο Μπαντούρα περιγράφεται ως ο σπουδαιότερος εν ζωή ψυχολόγος και ένας απ’ τους πιο σημαίνοντες ψυχολόγους όλων των εποχών.

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Μπαντούρα γεννήθηκε στο μικρό χωριό Μουντάρ της Αλμπέρτα του Καναδά, με πληθυσμό τότε περίπου τετρακοσίων ανθρώπων. Ήταν το μικρότερο παιδί και ο μόνος γιος μιας οικογένειας  οχτώ ατόμων. Ο Μπαντούρα έχει καταγωγή από Ουκρανία και Πολωνία. Το καλοκαίρι μετά το λύκειο, ο Μπαντούρα δούλεψε στο Γιούκον (Yukon) για να προστατεύσει την εθνική οδό της Αλάσκας απ’ το να βυθιστεί. Αργότερα, απέδωσε την αρχή του ενδιαφέροντος του για την ανθρώπινη ψυχοπαθολογία στη δουλειά του στη βόρεια τούντρα.

Εκπαίδευση και ακαδημαϊκή καριέρα

Η πρώτη επαφή του Μπαντούρα με την ακαδημαϊκή ψυχολογία έγινε τυχαία. Καθώς είχε λίγα να κάνει ως φοιτητής τα πρωινά, πήρε ένα μάθημα ψυχολογίας για να περνάει την ώρα και στο τέλος το ερωτεύτηκε. Αποφοίτησε σε τρία χρόνια, το 1949, απ’ το Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας, κερδίζοντας το βραβείο Μπόλοκαν (Bolocan Award) στην ψυχολογία και μετά πήγε στο τότε επίκεντρο της θεωρητικής ψυχολογίας, το Πανεπιστήμιο της Αϊόβα, απ’ όπου πήρε το μεταπτυχιακό του το 1951 και το διδακτορικό του το 1952. Ο Άρθουρ Μπέντον (Arthur Benton) επέβλεψε την διδακτορική εργασία του στην Αϊόβα, ενώ οι Κλαρκ Χαλ (Clark Hull) και Κένεθ Σπενς (Kenneth Spence) υπήρξαν σημαίνοντες συνεργάτες. Κατά τη διάρκεια των χρόνων του στην Αϊόβα, οδηγήθηκε στο να υποστηρίζει ένα είδος ψυχολογίας που επιζητούσε να ερευνήσει ψυχολογικά φαινόμενα μέσω επαναλαμβανόμενων πειραματικών δοκιμών. Η συμπερίληψη τέτοιων νοητικών φαινομένων όπως εικόνες και αναπαραστάσεις και η ιδέα του για την αμοιβαία αιτιοκρατία, που προϋπέθετε μια σχέση αμοιβαίας επιρροής μεταξύ ενός παράγοντα και του περιβάλλοντός του, σημάδεψαν μια ριζική απομάκρυνση από το κυρίαρχο συμπεριφορισμό της εποχής. Το επεκταμένο σύνολο των γνωστικών εργαλείων του Μπαντούρα επέτρεψε μια πιο ισχυρή μοντελοποίηση τέτοιων φαινομένων ως μάθηση μέσω παρατήρησης και αυτορρύθμιση και εφοδίασε τους ψυχολόγους με έναν πρακτικό τρόπο θεώρησης των νοητικών διεργασιών, σε αντίθεση με τις νοητικές κατασκευές της ψυχανάλυσης.

Μεταδιδακτορική δουλειά

Το 1952, συμμετείχε ως ειδικευόμενος στο Κέντρο Συμβουλευτικής της Γουίτσιτα στο Κάνσας (Wichita Kansas Guidance Center). Το 1953, δέχτηκε μια θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, την οποία κατέχει μέχρι και σήμερα. Το 1974 η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία τον εξέλεξε ως πρόεδρο.

Έρευνα

Ο Μπαντούρα αρχικά επηρεάστηκε από τη δουλειά του Ρόμπερτ Σίαρς (1908-1989, Robert Richardson Sears) στο οικογενειακό ιστορικό της κοινωνικής συμπεριφοράς και της μάθησης μέσω αμοιβών. Ο Μπαντούρα στην αρχική του έρευνα έδωσε βάση στο ρόλο της κοινωνικής μοντελοποίησης στο κίνητρο, τη σκέψη και τη πράξη. Σε συνεργασία με τον Ρίτσαρντ Γουόλτερς (Richard Walters), το πρώτο μαθητή του για διδακτορικό, προχώρησε σε μελέτες για τη κοινωνική μάθηση και την επιθετικότητα. Οι κοινές προσπάθειες τους ανέδειξαν το σημαντικό ρόλο της μοντελοποίησης στην ανθρώπινη συμπεριφορά και οδήγησαν σε ένα πρόγραμμα για έρευνα των μηχανισμών της μάθησης μέσω παρατήρησης.

Θεωρία της Κοινωνικής Μάθησης

Στην αρχική φάση της έρευνας του ο Μπαντούρα ανέλυσε τα θεμέλια της ανθρώπινης μάθησης και τη κλίση των παιδιών και των ενηλίκων να μιμούνται συμπεριφορές που παρατηρούν σε άλλους. (Είναι ένα κοινό λάθος, ακόμα και από ψυχολόγους, να συγχέουν τις λέξεις “μιμούμαι” και “διαμορφώνω”. Για παράδειγμα, ένα παιδί αντιγράφει, αλλά δε διαμορφώνει τη συμπεριφορά του βλέποντας κάποιον άλλο. Εκδηλώνει ή μιμείται μια “νέα” συμπεριφορά παρατηρώντας ένα πρότυπο.)

Ανάλυση της επιθετικότητας

Η έρευνα του Μπαντούρα με τον Γουόλτερς οδήγησε στο πρώτο του βιβλίο, Adolescent Aggression το 1959, και σε ένα επακόλουθο βιβλίο, Aggression: A Social Learning Analysis το 1973. Σε μια περίοδο, όπου κυριαρχούσε ο συμπεριφορισμός του Μπ. Φ. Σκίνερ (B. F. Skinner), ο Μπαντούρα πίστευε ότι η υπόθεση ότι η μεταβολή της συμπεριφοράς είναι αποτέλεσμα αμοιβής και τιμωρίας είναι ανεπαρκής και ότι πολλές συμπεριφορές μαθαίνονται από άλλους ανθρώπους. Ο Μπαντούρα ξεκίνησε να αναλύει μέσα μεταχείρισης επιθετικών παιδιών αναγνωρίζοντας τις πηγές βίας στη ζωή τους. Αρχική έρευνα στο τομέα είχε ξεκινήσει τη δεκαετία του 40’ από τον Νίαλ Μίλερ (Neal Miller) και τον Τζον Ντόλαρντ (John Dollard). Η συνέχεια της έρευνας από τον Μπαντούρα κατέληξε στο πείραμα με τη κούκλα Μπόμπο και το 1977 στη τρομερά σημαίνουσα θεωρία Κοινωνικής Μάθησης. Πολλές από τις καινοτομίες του Μπαντούρα προήλθαν από την εστίασή του στην εμπειρική και αναπαραγώγιμη διερεύνηση, που ήταν ξένες σε ένα πεδίο της ψυχολογίας, όπου κυριαρχούσαν οι θεωρίες του Φρόιντ.

Το πείραμα με τη κούκλα Μπόμπο

Το 1961 ο Μπαντούρα διεξήγαγε ένα αμφιλεγόμενο πείραμα, γνωστό ως το πείραμα με τη κούκλα Μπόμπο, για να μελετήσει μοντέλα συμπεριφοράς, μέσω της θεωρίας κοινωνικής μάθησης, και ότι παρόμοιες συμπεριφορές έχουν αποκομισθεί από άτομα μορφοποιώντας την δική τους συμπεριφορά με βάση πράξεις κάποιων προτύπων. Το πείραμα επικρίθηκε από ορισμένους για ηθικούς λόγους, όπως το ότι εκπαιδεύει τα παιδιά προς την επιθετικότητα. Τα αποτελέσματα του Μπαντούρα από το πείραμα άλλαξαν τη πορεία της σύγχρονης ψυχολογίας και τους αποδόθηκε ευρέως ότι βοήθησαν να αλλάξει η εστίαση στην ακαδημαϊκή ψυχολογία από το συμπεριφορισμό στη γνωστική ψυχολογία. Το πείραμα είναι μεταξύ των πιο εγκωμιασμένων ψυχολογικών πειραμάτων.

Κοινωνικογνωστική θεωρία

Στα μέσα της δεκαετίας του 80’, η έρευνα του Μπαντούρα πήρε μια πιο ολιστική κλίση και οι αναλύσεις του έτειναν να δίνουν μια πιο κατανοητή επισκόπηση της ανθρώπινης νόησης στο πλαίσιο της κοινωνικής μάθησης. Η θεωρία, την οποία επέκτεινε από τη θεωρία κοινωνικής μάθησης έγινε σύντομα γνωστή ως κοινωνικογνωστική θεωρία.

Κοινωνικά θεμέλια Σκέψης και Πράξης

Το 1986 ο Μπαντούρα εξέδωσε το Social Foundations of Thought and Action: A Social Cognitive Theory, στο οποίο αναθεώρησε ότι τα άτομα οργανώνονται μόνα τους, παίρνουν μέτρα εκ των προτέρων, προβληματίζονται και θέτουν κανόνες στον εαυτό τους, σε αντίθεση με τις ανορθόδοξες απόψεις ότι οι άνθρωποι κυβερνούνται από εξωτερικές δυνάμεις. Ο Μπαντούρα ανέπτυξε ιδέες για τριαδική αμοιβαιότητα, η οποία καθορίζει τις συνδέσεις μεταξύ ανθρώπινης συμπεριφοράς, περιβαλλοντικών και προσωπικών παραγόντων, όπως γνωστικά, συναισθηματικά και βιολογικά συμβάντα, και για αμοιβαία αιτιοκρατία, η οποία καθορίζει τις αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ αυτών των παραγόντων. Η έμφαση του Μπαντούρα στην ικανότητα των ατόμων να οργανώνονται και να θέτουν κανόνες στον εαυτό τους θα οδηγούσε τελικά στο έργο του για την αυτοαποτελεσματικότητα.

Αυτοαποτελεσματικότητα

Το 1963 ο Μπαντούρα εξέδωσε το Social Learning and Personality Development. Το 1974 το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ τον βράβευσε προσφέροντάς του τη θέση David Starr Jordan Professor of Social Science στη ψυχολογία. Το 1977 εξέδωσε το φιλόδοξο βιβλίο του, Social Learning Theory, το οποίο άλλαξε τη κατεύθυνση της ψυχολογίας στη δεκαετία του 80’.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας του για τις διαδικασίες με τις οποίες η μοντελοποίηση αμβλύνει φοβικές διαταραχές σε άτομα που φοβούνται τα φίδια, ανακάλυψε ότι οι αντιλήψεις τους περί αυτοαποτελεσματικότητας (την οποία τα άτομα είχαν στις δικές τους ικανότητες για να αμβλύνουν τη φοβία τους) προκάλεσαν αλλαγές στη συμπεριφορά και στη διέγερση του φόβου. Στη συνέχεια, ξεκίνησε ένα μεγάλο πρόγραμμα έρευνας εξετάζοντας τον σημαίνοντα ρόλο της αυτό-αναφερόμενης σκέψης στην ψυχολογική λειτουργία. Αν και συνέχισε να διερευνά και να γράφει για θεωρητικά προβλήματα που αφορούν μυριάδες θέματα, απ’ τα τέλη της δεκαετίας το 70’ συγκέντρωσε την προσοχή του στο ρόλο που οι αντιλήψεις αυτοαποτελεσματικότητας παίζουν στην ανθρώπινη λειτουργία.

Έργα του

Bandura, A., & Walters, R.H. (1959). Adolescent Aggression: a study of the influence of child-training practices and family interrelationships. New York: Ronald Press.

Bandura, A. (1962). Social Learning through Imitation. University of Nebraska Press: Lincoln, NE.

Bandura, A., & Walters, R. H. (1963). Social learning and personality development. New York: Holt, Rinehart, & Winston.

Bandura, A. (1969). Principles of behavior modification. New York: Holt, Rinehart and Winston.

Bandura, A. (1971). Psychological modeling: conflicting theories. Chicago: Aldine·Atherton.

Bandura, A. (1973). Aggression: A social learning analysis. Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall.

Bandura, A. (1975). Social Learning & Personality Development. Holt, Rinehart & Winston, INC: NJ.

Bandura, A., & Ribes-Inesta, Emilio. (1976). Analysis of Delinquency and Aggression. Lawrence Erlbaum Associates, INC: New Jersey

Bandura, A. (1977). Social Learning Theory. Englewood Cliffs, NJ: Prentice Hall.

Bandura, A. (1986). Social Foundations of Thought and Action: A Social Cognitive Theory. Englewood Cliffs, N.J.: Prentice-Hall.

Bandura, A. (1989). Social cognitive theory. In R. Vasta (Ed.), Annals of Child Development: Six theories of child development, pp. 1–60. Greenwich, CT: JAI Press.

Bandura, A. (1997). Self-efficacy: the exercise of control. New York: W.H. Freeman.

Bandura, Albert (1999). Moral disengagement in the perpetration of inhumanities. Personality & Social Psychology Review 3 (3): 193–209.

Bandura, A. (2006). Toward a Psychology of Human Agency. Perspectives on Psychological Science, 1 (2).

Για τον Μπαντούρα

Evans, R. I. (1989). Albert Bandura: The man and his ideas: A dialogue. New York: Praeger.

Haggbloom, S. J., Warnick, R., et al. (2002). The 100 most eminent psychologists of the 20th century. Review of General Psychology, 6(2), 139–152.

Zimmerman, Barry J., & Schunk, Dale H. (Eds.) (2003). Educational psychology: A century of contributions. Mahwah, NJ, US: Erlbaum.

—————————————————————————————————————————————

Συνέντεξη του ALBERT BANDURA στον Σ.Ν. Κοδέλλα το 2003

Albert Bandura, καθηγητής Ψυχολογίας: Eφ’ όλης της ύλης.

————————————————————————————————————————————–

(Πηγές: η Βικιπαίδεια και το Διαδίκτυο)

Τι συμβαίνει όταν αγνοούμε τα επίπεδα ανάπτυξης των μαθητών μας;

Κονστρουκτιβιστική προσέγγιση

Μάθηση συμβαίνει όταν οι μαθητές αφομοιώνουν πληροφορίες μέσω των υφιστάμενων δομών τους και, στη συνέχεια, τροποποιούν αυτές τις δομές ως αντίδραση στη νέα πληροφορία. Αυτές οι διαδικασίες λαμβάνουν χώρα στο νου του μαθητή: οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να αφομοιώσουν ή να συμμορφώσουν για χάρη/στη θέση των μαθητών τους. Αυτά που οι εκπαιδευτικοί μπορούν (και πρέπει)  να κάνουν  είναι:

(1) να είναι ενήμεροι για τις αντιλήψεις που έχουν αρχικά οι μαθητές  για μια συγκεκριμένη έννοια και να τους βοηθούν να ενεργοποιήσουν αυτές τις δομές,

(2) να εξοικειώνουν τους μαθητές με καθήκοντα/έργα/δραστηριότητες, τα οποία περιέχουν πληροφορίες που είναι επί τα βελτίω διαφορετικές από τις υπάρχουσες δομές και οι μαθητές μπορούν να τις αφομοιώσουν μέσα από αυτές τις δομές,

(3) να παρέχουν ορισμένες κατευθύνσεις σχετικά με τις συμμορφώσεις θα ήταν σκόπιμο να γίνουν, και

(4) να παρέχουν ανατροφοδότηση για να βοηθήσουν τους μαθητές να προσδιορίσουν τον βαθμό στον οποίο είναι ικανοποιημένοι με τις νέες δομές τους.

Δεδομένου ότι η μάθηση συνίσταται στην αλλαγή αντιλήψεων, η επιτυχής διδασκαλία αποτελείται αφενός από την ανακάλυψη των αντιλήψεων των μαθητών και αφετέρου την παροχή βοήθειας προς αυτούς προκειμένου να αλλάξουν αυτές τις αντιλήψεις με παραγωγικούς τρόπους (Ramsden, 1988). Σύμφωνα με την κονστρουκτιβιστική θεωρία, ίσως το πιο συνηθισμένο λάθος που κάνουν οι εκπαιδευτικοί είναι ότι αδυνατούν να κατανοήσουν τις έννοιες που οι μαθητές φέρνουν στις καταστάσεις μάθησης.

Η κονστρουκτιβιστική αντίληψη έχει εξαιρετικά σημαντικές επιπτώσεις για τη διδασκαλία. Για παράδειγμα, τι είναι πιο σημαντικό; Να γνωρίζουμε γιατί ένας μαθητής έδωσε μια σωστή ή λανθασμένη απάντηση σε ένα πρόβλημα ή να γνωρίζουμε πόσες απαντήσεις ο μαθητής έχει σωστές; Ακόμα και αυτές οι πληροφορίες δεν είναι σχεδόν ποτέ διαθέσιμες από τις τυποποιημένες δοκιμασίες και σπάνια λαμβάνονται από τους δασκάλους. Για να πάρουν αυτό το είδος των πληροφοριών, οι εκπαιδευτικοί πρέπει να περάσουν τους μαθητές τους από μια διαγνωστική δοκιμασία, εστιάζοντας στη διαδικασία μάθησης του μαθητή. Αν οι εκπαιδευτικοί δεν το κάνουν, τότε υπάρχουν δύο μόνο πιθανά αποτελέσματα:

(1) οι ίδιοι οι μαθητές πρέπει να συνειδητοποιήσουν και να διορθώσουν τις δικές τους λανθασμένες διαδικασίες, ή,

(2) και είναι πολύ πιθανό, οι μαθητές να οικοδομήσουν στο μέλλον τη μάθησή τους πάνω σε αδύνατα θεμέλια καμωμένα από παρανοήσεις και ελαττωματικές διαδικασίες.

Ως εκ τούτου, από εκπαιδευτική άποψη, είναι συχνά πιο χρήσιμο για έναν δάσκαλο να καταλαβαίνει το ακατάλληλο πρότυπο/μοντέλο/θεώρημα που χρησιμοποίησε ένας μαθητής και έκανε λάθος από ό,τι είναι να γνωρίζει τα σφάλματα/λάθη που κάνει ο μαθητής (Pines & West, 1986).

Βιβλιογραφία

Pines, A. L. & West, L. H. T. (1986). Conceptual understanding and science learning: an interpretation of research within a sources-of-knowledge framework. Science Education, 70, 583- 604.

Ramsden, P. (ed., 1988). Improving Learning: New Perspectives.  London: Kogan Page.

Vockell, Edward. Educational Psychology: A Practical Approach. On-line book, HTML, retrieved 1:28, 8 February 2012.

Γιατί οι εκπαιδευτικοί πρέπει να γνωρίζουν για την ανάπτυξη των μαθητών τους;

Η κατανόηση της ανθρώπινης ανάπτυξης είναι σημαντική για τους εκπαιδευτικούς για δύο λόγους:

Πρώτον, η μάθηση είναι μια πτυχή της ανάπτυξης του ανθρώπου και η μάθηση είναι ο πρωταρχικός στόχος της εκπαίδευσης.

Δεύτερον, αν κατανοήσουμε τις αρχές της ανάπτυξής τους, είναι δυνατόν να κατανοήσουμε τους μαθητές πιο διεξοδικά και να τους βοηθήσουμε να μάθουν.

Αν μπορούμε να κατανοούμε την προέλευση της συμπεριφοράς ενός παιδιού και να προβλέπουμε ποια θα είναι η πιθανή συμπεριφορά αυτού του παιδιού στο μέλλον, έτσι η συμπεριφορά έχει περισσότερο νόημα.

Ως εκ τούτου, με την κατανόηση της ανθρώπινης ανάπτυξης, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να κάνουν πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις, προκειμένου να καταστήσουν μελλοντικά τη συμπεριφορά των μαθητών όσο το δυνατόν πιο παραγωγική.

Πηγή: http://education.calumet.purdue.edu/vockell/edPsybook/

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 30 other followers