Αρχείο για Βιβλία
Στα μονοπάτια της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης
πρόσκληση
Παρουσίαση Βιβλίου για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση
Το Παράρτημα Κεντρικής Μακεδονίας της Πανελλήνιας Ένωσης Εκπαιδευτικών για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, και οι εκδόσεις Κέδρος διοργανώνουν παρουσίαση του βιβλίου του Γιώργου Μπλιώνη:
«Στα μονοπάτια της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης»
την Τετάρτη 21-10-09, 19.00 μμ.
στον πολυχώρο ΑΝΑΤΟΛΙΑ του Βιβλιοπωλείου Μαλλιάρης Παιδεία (Γούναρη 39)
ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ
Συγγραφείς: Οικονόμου Ανδρέας, Οικονόμου Πέτρος, Τζεκάκη Μαριάννα
Λέξεις Κλειδιά: διδακτικό βιβλίο, θεωρία οικοδόμησης της γνώσης, διδακτική προσέγγιση.
Θέμα: Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση – Νέα σχολικά βιβλία.
Επίπεδο Εκπαίδευσης: Γυμνάσιο.
Κατηγορία: Διδακτικό βιβλίο.
Περίληψη
Στην εισήγηση αυτή παρουσιάζεται το καινούργιο βιβλίο της Α΄ Γυμνασίου. Η παρουσίαση επικεντρώνεται στη θεμελίωση και την ανάλυση της νέα μορφής διδασκαλίας που εγκαινιάζεται με την εισαγωγή του βιβλίου αυτού στη σχολική τάξη. Η νέα αυτή μορφή, στηριγμένη στις θεωρίες οικοδόμησης της γνώσης, αναλύεται ως προς τον τρόπο λειτουργίας του μαθητή, τον τρόπο λειτουργίας του καθηγητή και την οργάνωση της σχολικής τάξης, ενώ εξηγείται η διάρθρωση των ενοτήτων του νέου βιβλίου με τρόπο ώστε να εξυπηρετεί την νέα αυτή μορφή. Παράλληλα, τεκμηριώνεται η διαδοχή των δραστηριοτήτων, προβλημάτων και διδακτικών καταστάσεων που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, όπως και ο τρόπος παράθεσης του μαθηματικού περιεχομένου, ώστε, από τη μία μεριά, να εξασφαλίζεται η ανάπτυξη των μαθηματικών εννοιών και η μαθηματική ακρίβεια, και, από την άλλη, να ανταποκρίνεται στο γνωστικό επίπεδο των μαθητών.
Το κείμενο αυτό αναφέρεται σε βιβλίο μας, γραμμένο πριν μια δεκαετία που δεν εκδόθηκε ποτέ! Μπορείτε να το βρείτε στο διαδίκτυο εδώ.
Ρολάν Μπαρτ: Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου.
Από τη σελίδα: Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου του Ρολάν Μπαρτ.
Σ’ αγαπώ
Σ’ αγαπώ. Το σχήμα δεν αναφέρεται στην ερωτική δήλωση, στην ομολογία, άλλα στην επαναλαμβανόμενη προφορά της ερωτικής κραυγής.
Σαν περάσει ή πρώτη ομολογία, “σ’ αγαπώ” δε θα πει πια τίποτε. Είναι, απλώς, μια επανάληψη του παλαιού μηνύματος (που ίσως μάλιστα να μη διοχετεύτηκε μέσα από τις λέξεις αυτές), πού γίνεται μ’ έναν τρόπο αινιγματικό γιατί φαντάζει τόσο κενός! Επαναλαμβάνω το μήνυμα ασχέτως καταλληλότητας των συνθηκών. Έτσι, το μήνυμα βγαίνει από την κοίτη της γλώσσας, εκτροχιάζεται, και τραβάει πού; Δε θα μπορούσα να αναλύσω την έκφραση αυτή και να μη γελάσω. Πώς! Έχουμε, λοιπόν, από τη μια μεριά το “εγώ”, από την άλλη το “εσύ”, και στη μέση ένα λογικό (εφόσον λεκτικό) δεσμό αγάπης; Ποιος δεν καταλαβαίνει ότι μια τέτοια ανάλυση, πού συμφωνεί ωστόσο με τη γλωσσολογική θεωρία, θα παραμόρφωνε αυτό πού εκστομίζεται με μια και μόνη κίνηση; Το αγαπώ δεν απαρέμφατο (κι αν σχηματίζει τούτο οφείλεται μόνο μεταγλωσσικό τέχνημα): υποκείμενο και αντικείμενο συναρμόζονται μέσα στη λέξη τη στιγμή πού την προφέρουμε. Το σ’ αγαπώ πρέπει να εννοηθεί (και εδώ: διαβαστεί) σαν να ήταν, π.χ., η ουγγαρέζικη έκφραση πού δηλώνει μονολεκτικά: szeretlek. Στην περίπτωση αυτή η γαλλική γλώσσα, αποποιούμενη την ωραία της αρετή που λέγεται αναλυτικότητα, θα γινόταν μια γλώσσα συγκολλητική (γιατί περί συγκολλήσεως, ακριβώς, πρόκειται). Το συγκρότημα αυτό καταρρέει με την παραμικρή συντακτική αλλοίωση. Κείται, σαν να λέμε, εκτός συντακτικού και δεν προσφέρεται σε κανένα δομικό μετασχηματισμό. Δεν ισοδυναμεί διόλου με τα υποκατάστατα του, πού ο συνδυασμός τους, ωστόσο, θα μπορούσε να παραγάγει το ίδιο νόημα. Είναι δυνατόν, μέρες ολόκληρες, να λέω σ’ αγαπώ, χωρίς ποτέ ίσως να μπορώ να περάσω στο “τον αγαπώ”: αρνούμαι να υποτάξω τον άλλον σε μια σύνταξη, σε μια κατηγορηματική διατύπωση, σε μια γλώσσα (μόνη προϋπόθεση του σ’ αγαπώ είναι η απεύθυνσή του, η επαύξησή του μ’ ένα κύριο όνομα: Αριάδνη, σ’ αγαπώ, λέει ο Διόνυσος).
2. Το σ’ αγαπώ δεν έχει χρήσεις. Ή λέξη αυτή, όπως και οι λέξεις πού προφέρει το παιδί, δεν υπόκειται σε κανένα κοινωνικό καταναγκασμό. Μπορεί να είναι μια λέξη θεσπέσια, επίσημη, ανάλαφρη· μπορεί όμως να είναι και μια λέξη ερωτική, πορνογραφική. Από κοινωνική άποψη πρόκειται για μια λέξη-μπαλαντέρ.
Το σ’ αγαπώ δεν έχει αποχρώσεις. Καταργεί τις εξηγήσεις, τις διευθετήσεις, τις βαθμίδες, τις λεπτολογίες. Κατά κάποιον τρόπο – άμετρο παράδοξο της γλώσσας- λέγοντας σ’ αγαπώ είναι σαν να παραδέχομαι ότι δεν υπάρχει κανένα θέατρο της ομιλίας, και ότι η λέξη αυτή είναι πάντα αληθής (δεν έχει άλλο αναφερόμενο από την προφορά της: είναι ένας τελεστικός γλωσσότυπος).
Το σ’ αγαπώ δεν έχει πέραν. Είναι η λέξη της δυάδας (μητρικής, ερωτικής)· μέσα της, καμιά απόσταση, καμιά παραμόρφωση δεν έρχεται να χαράξει το σημείο -δεν είναι μεταφορά κανενός πράγματος.
Το σ’ αγαπώ δεν είναι φράση: δε μεταβιβάζει ένα νόημα, αλλά αγκιστρώνεται σε μια οριακή κατάσταση: “αυτήν όπου το υποκείμενο αιωρείται σε μια σχέση αντικατοπτρισμού με τον άλλο”. Είναι μια ολόφραση.
(Μόλο πού λέγεται δισεκατομμύρια φορές, το σ’ αγαπώ κείται εκτός λεξικού· είναι ένα σχήμα λύγου πού ο ορισμός του δεν μπορεί να υπερβεί την απλή τιτλοφόρηση.)
Η λέξη (ή φράση-λέξη) έχει νόημα μονό τη στιγμή πού την ξεστομίζω. Δεν υπάρχει μέσα της άλλη πληροφορία πέρα απ’ αυτά πού δηλώνει άμεσα: καμιά διαφύλαξη, καμιά αποθήκευση νοήματος. Τα πάντα περιέχονται στην εκστόμιση: πρόκειται για ένα “φραστικά τύπο”, πού όμως δεν αντιστοιχεί σε κανένα τυπικό’ οι συνθήκες υπό τις όποιες λέω σ’ αγαπώ δεν μπορούν να ταξινομηθούν: το σ’ αγαπώ είναι απερίσταλτο και απρόβλεπτο.
Σε ποια γλωσσική τάξη ανήκει, λοιπόν, αυτή η αλλόκοτη οντότητα, αυτό το γλωσσικό τέχνημα, το υπερβολικά φρασεοποιημένο για να σχετίζεται με την ενόρμηση, το υπερβολικά κραυγαλέο για να σχετίζεται με τη φράση. Δεν πρόκειται ούτε για εκατό τοις εκατό εκφερόμενο (μέσα του δεν υπάρχει κανένα μήνυμα απολιθωμένα αποθηκευμένο, μουμιοποιημένο, έτοιμο να υποστεί ανατομία), ούτε για εκφορά (τα υποκείμενο δεν υποκύπτει στον εκβιασμό του παιχνιδιού της συνομιλίας). Το σχήμα αυτό θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε προφορά. Στην προφορά δεν υπάρχει επιστημονική διάσταση: το σ’ αγαπώ δεν εξαρτάται ούτε από τη γλωσσολογία ούτε από τη σημειολογία. Διέπουσα αρχή του (δάση για να το εκφράσουμε) θα ήταν μάλλον ή Μουσική. “Όπως ακριβώς στο τραγούδι, έτσι και στην προφορά του σ’ αγαπώ, ο πόθος ούτε απωθείται (όπως στο εκφερόμενο) ούτε αναγνωρίζεται (εκεί πού δεν το περιμένεις, όπως στην εκφορά), αλλά απλώς γίνεται αντικείμενο ηδονής. Η ηδονή δε λέγεται, όμως η ίδια μιλά και λέει: σ’ αγαπώ.
4. Για τα σ’ αγαπώ υπάρχουν πολλές απαντήσεις κοσμικού χαρακτήρα: “εγώ όχι”, “δε σε πιστεύω”, “γιατί μου το λες;”, κ.τ.λ. Όμως ή πραγματική απόρριψη περιέχεται στην απόκριση: “δεν υπάρχει απάντηση”. Καταργούμαι ανέκκλητα όταν απορρίπτομαι όχι μόνον ως αιτών αλλά και ως ομιλούν υποκείμενο (υπό την τελευταία ιδιότητα εξουσιάζω τουλάχιστον τους φραστικούς τύπους). Μου αρνούνται όχι την αίτηση μου, αλλά τη γλώσσα μου, τον έσχατο μυχό της ύπαρξής μου. Ως προς την αίτηση, μπορώ να περιμένω, να την επαναφέρω, να τη διατυπώσω εκ νέου. Άλλα όταν μου αποστερούν την εξουσία να ρωτώ, είμαι σαν πεθαμένος για πάντα. “Δεν υπάρχει απάντηση”, διαμηνύει ή Μητέρα, μέσω της Φρανσουάζ, στο νεαρό προυστικό αφηγητή, ο όποιος ταυτίζει τότε τον εαυτό του με τη “δύστυχη κύρη” που την ξεφορτώνεται ο θυρωρός του εραστή της: η Μητέρα δεν είναι απαγορευμένη, είναι περίφρακτη, κι εγώ τρελαίνομαι.
5. Σ’ αγαπώ. – Κι εγώ.
Το κι εγώ δεν είναι εντελής απάντηση, γιατί το εντελές δεν μπορεί παρά να είναι τυπικό, κι εδώ ο τύπος είναι λειψός, με την έννοια ότι δεν επαναλαμβάνει κατά γράμμα την προφορά -και είναι ίδιον της προφοράς να υπάρχει κατά γράμμα. ‘Ωστόσο, ως φαντασίωση έστω, ή απάντηση αύτη αρκεί για να μπει σε κίνηση ένας ολόκληρος λόγος της αγαλλίασης: αγαλλίασης πολύ πιο έντονης αφού προκύπτει από μια μεταστροφή: ο Σαιντ-Πρε ανακαλύπτει ξαφνικά, ύστερα από κάποιες αφ’ υψηλού αρνήσεις, ότι ή Ζυλί τον αγαπά. Είναι ή τρελή αλήθεια, πού δεν προκύπτει από συλλογισμό, αργή προετοιμασία, αλλά από έκπληξη, έγερση (σατόρι), μεταβολή. Το προυστικό παιδί – ζητώντας να ‘ρθει η μητέρα του να κοιμηθεί στο δωμάτιο του – θέλει ν’ αποκτήσει αυτό το κι εγώ: το θέλει τρελά, με τον τρόπο ενός τρελού. Και το κερδίζει τελικά ένεκα μεταστροφής, συγκεκριμένα χάρη στην παράξενη απόφαση του Πατέρα, πού του παραχωρεί τη Μητέρα (“Πες, λοιπόν, στη Φρανσουάζ να σου ετοιμάσει το μεγάλο κρεβάτι και κοιμήσου απόψε μαζί του”).
6. “Έχω τη φαντασίωση αυτού πού εμπειρικά είναι ανέφικτο: οι δύο προφορές μας ξεστομίζονται ταυτόχρονα: ή μια δεν έπεται της άλλης, για να πεις ότι εξαρτάται απ’ αυτήν. Ή προφορά δε θα μπορούσε να είναι διπλή (υποδιπλασιασμένη): το μόνο πού της αρμόζει είναι η ενιαία αστραπή, όπου σμίγουν δύο δυνάμεις (αν παρέμεναν χωριστές, αφιστάμενες, δε θα ξεπερνούσαν το όριο μιας συνηθισμένης συμφωνίας). Γιατί ή ενιαία αστραπή, επιτυγχάνει αυτό το ανήκουστο: καταργεί κάθε έννοια λογιστικής. Η ανταλλαγή, το δώρο, η κλοπή (οι μόνες γνωστές μορφές της οικονομίας) προϋποθέτουν, καθεμιά με τον τρόπο της, ετερογενή αντικείμενα και μια χρονική απόσταση: ανταλλάσσω τον πόθο μου με κάποιο άλλο πράγμα – προς τούτο απαιτείται πάντα ο χρόνος της μεταβίβασης. Με την ταυτόχρονη προφορά θεμελιώνεται μια κίνηση πού το πρότυπο της είναι κοινωνικά άγνωστο, αδιανόητο: ούτε ανταλλαγή, ούτε δώρο, ούτε κλοπή, η προφορά μας, που εκδηλώνεται με τη μορφή διασταυρούμενων πυρών, ορίζει μια δαπάνη που δεν επιρρίπτεται πουθενά και πού ο συμμερισμός της αναιρεί οποιαδήποτε σκέψη περί σχηματισμού αποθεμάτων: ο ένας, μέσω του άλλου, εισδύουμε στην περιοχή του απόλυτου υλισμού.
7. Το κι εγώ εγκαινιάζει μια μετάλλαξη: οι παλαιοί κανόνες καταρρέουν, τα πάντα είναι δυνατά -ακόμη κι αυτό: να αρνηθώ να σε κατέχω.
Κοντολογίς, πρόκειται για μια επανάσταση -πού δεν απέχει, ίσως, από την πολιτική επανάσταση: γιατί, και στη μια και στην άλλη περίπτωση, ή φαντασίωση μου έχει να κάνει με το απόλυτο Νέο: ο (ερωτικός) ρεφορμισμός δε με διεγείρει. Και η αποθέωση του παράδοξου είναι πως αυτό το αμιγές Νέο βρίσκεται στην άκρη του πιο φθαρμένου στερεότυπου (μόλις χτες το βράδυ το άκουγα να προφέρεται και πάλι σ’ ένα θεατρικό έργο της Σαγκάν: μια βραδιά στις δυο, ακούς στην τηλεόραση να λένε: σ’ αγαπώ).
8. – Κι αν το σ’ αγαπώ δεν το ερμήνευα; “Αν δεν έβλεπα την προφορά ως σύμπτωμα;
- Κακό δικό σας: δεν τονίσατε εκατό φορές το αφόρητο της ερωτικής δυστυχίας, την ανάγκη να ξεφύγεις απ’ αυτήν; “Αν γυρεύετε τη “γιατρειά”, πρέπει να πιστεύετε στα συμπτώματα και ως ένα απ’ αυτά να θεωρήσετε και το σ’ αγαπώ. Πρέπει να ερμηνεύετε, πάει να πει, στο τέλος-τέλος, να υποτιμάτε.
- Τι να σκεφτούμε, τελικά, για το βάσανο; Πώς να το συλλογιστούμε, να το αξιολογήσουμε; Το βάσανο ανήκει αναγκαστικά στην περιοχή του κακού; Το ερωτικό βάσανο δεν επιδέχεται, άραγε, παρά μόνο μια αντενεργό υποτιμητική (πρέπει να υποταχθώ στην απαγόρευση) αντιμετώπιση; Μπορούμε, αντιστρέφοντας την αξιολόγηση, να φανταστούμε μια τραγική αντίληψη του ερωτικού βασάνου, μια τραγική κατάφαση του σ’ αγαπώ; Κι αν τοποθετούσαμε (επανατοποθετούσαμε) την (ερωτική) αγάπη στον αστερισμό του Δραστικού;
9. Έτσι, προκύπτει μια νέα άποψη για το σ’ αγαπώ. Το σ’ αγαπώ δεν είναι σύμπτωμα, είναι δράση. Προφέρω για να απαντήσεις -και η υπερακριβής μορφή (το γράμμα) της απάντησης θα αποκτήσει μια πρακτική αξία, σαν να πρόκειται για ένα φραστικό τύπο. Δεν αρκεί, λοιπόν, να μου αποκριθεί ο άλλος με ένα απλό, έστω και θετικό (“κι εγώ”) σημαινόμενο: το εγκαλούμενο υποκείμενο πρέπει να δεχτεί να διατυπώσει, να προφέρει το σ’ αγαπώ πού του απευθύνω: Σ’ αγαπώ, λέει ο Πελλέας. – Κι εγώ σ’ αγαπώ, λέει η Μελισσάνθη. Η επιτακτική παράκληση του Πελλέα (μπορούμε να υποθέσουμε ότι η απάντηση της Μελισσάνθης υπήρξε ακριβώς αυτή που περίμενε, πράγμα πιθανό γιατί αμέσως μετά πεθαίνει) εκκινεί από την ανάγκη που νιώθει το ερωτευμένο υποκείμενο, όχι μόνο να το αγαπούν ανταποδοτικά, να το γνωρίζει, να είναι βέβαιο γι’ αυτό, κ.τ.λ. (όλες αυτές οι λειτουργίες δεν υπερβαίνουν το επίπεδο του σημαινόμενου), αλλά και ν’ ακούει να τον το λένε μ’ έναν τρόπο εξίσου καταφατικό, πλήρη και αρθρωμένο με το δικό του: αυτό πού θέλω είναι να δεχτώ στα ίσια, ολοκληρωτικά, κατά γράμμα, χωρίς διαφυγές, το φραστικό τύπο, το αρχέτυπο του ερωτόλογου: δεν υπάρχει συντακτική διαφυγή, ούτε παραλλαγή – οι δύο λέξεις συνεκφέρονται, συμπίπτοντας σημαίνον προς σημαίνον (το κι εγώ θα ήταν ή τέλεια αντίθεση της ολόφρασης). Αυτό πού έχει σημασία είναι ή φυσική, σωματική, χειλική προφορά της λέξης: άνοιξε τα χείλη σου κι άσ’ την να βγει (γίνου αισχρός). Αυτό πού τρελά επιζητώ είναι ν’ αποκτήσω τη λέξη -τη μαγική, τη μυθική; Το Τέρας – μαγεμένο, πλην δέσμιο της ασχήμιας του -αγαπά την Ωραία. Η Ωραία, προφανώς, δεν αγαπά το Τέρας, αλλά, τελικά, νικημένη (δεν έχει σημασία από τι· ας πούμε: από τις συνομιλίες που έχει με το Τέρας), του απευθύνει τη μαγική λέξη: “Σας αγαπώ, Τέρας”. Αμέσως, μέσα από την εξαίσια σχισμή ενός αρπισμού, εμφανίζεται ένα νέο υποκείμενο. Η ιστορία αυτή, θα πείτε, είναι αρχαϊκή… Ορίστε, λοιπόν, μια άλλη: κάποιος υποφέρει επειδή τον παράτησε ή γυναίκα του. θέλει να τη δει να γυρίζει, θέλει -συγκεκριμένα -, να του πει σ’ αγαπώ, τρέχει κυνηγώντας τη λέξη. Τελικά, εκείνη του το λέει κι αυτός πεθαίνει. Πρόκειται για μια κινηματογραφική ταινία του 1975. Και να πάλι ο μύθος: ο Ιπτάμενος Ολλανδός περιπλανιέται, αναζητώντας τη λέξη· αν την αποκτήσει (μέσω όρκου πίστεως), θα πάψει να τριγυρνά (αυτό πού ενδιαφέρει το μύθο δεν είναι η εμπειρία της πίστης, είναι η προφορά, το άσμα της).
10. Μοναδικό συναπάντημα (στο επίπεδο της γερμανικής γλώσσας): μέσα σε μια και την αυτή λέξη (Bejahung) δύο καταφάσεις: η μία, πού την επισημαίνει ή ψυχανάλυση, γίνεται αντικείμενο μείωσης (η πρώτη κατάφαση του παιδιού πρέπει να γίνει αντικείμενο άρνησης για να υπάρξει προσπέλαση του υποσυνειδήτου)· η άλλη, που τη διατύπωσε ο Νίτσε, είναι τρόπος της βούλησης για δύναμη (τίποτε το ψυχολογικό, κι ακόμα λιγότερο, το κοινωνικό), παραγωγή της διαφοράς· το ναι αυτής της κατάφασης αποβαίνει αθώο (προσαρτά το αντενεργό στοιχείο): είναι το αμήν.
Το σ’ αγαπώ είναι ενεργητικό. Επιβεβαιώνεται ως δύναμη έναντι άλλων δυνάμεων. Ποιών δυνάμεων; Χίλιες δυο δυνάμεις υπάρχουν στον κόσμο πού είναι, όλες τους, δυνάμεις μειωτικές (ή επιστήμη, ή κοινή γνώμη [δόξα], ή πραγματικότητα, ή λογική, κλπ.). Ή ακόμη: έναντι του γλωσσικού οργάνου. Το αμήν κείται στο όριο του γλωσσικού οργάνου, δε μετέχει στο σύστημα του και του αφαιρεί τον “αντενεργό μανδύα” του. “Όμοια και ή ερωτική προφορά (σ’ αγαπώ) στέκεται στο όριο της σύνταξης, προσδέχεται την ταυτολογία (σ’ αγαπώ θα πει σ’ αγαπώ), αποκλείει τη δουλικότητα της Φράσης (είναι απλά και μόνο μια ολόφραση). Ως προφορά, το σ’ αγαπώ δεν είναι σημείο, αλλά λειτουργεί εναντίον των σημείων. Αυτός πού δε λέει σ’ αγαπώ (πού μέσα από τα χείλη του το σ’ αγαπώ δε θέλει να περάσει), είναι καταδικασμένος να εκπέμπει τα πολλαπλά, αβέβαια, αμφίβολα, φειδωλά σημεία του έρωτα, τους δείκτες του, τις “αποδείξεις” του: χειρονομίες, βλέμματα, αναστεναγμοί, υπαινιγμοί, ελλειπτικά σχήματα: πρέπει να παραδώσει τον εαυτό του στην ερμηνεία. Το υποκείμενο αυτό εξουσιάζεται από την αντενεργό διέπουσα αρχή των ερωτικών σημείων, είναι αλλοτριωμένο μέσα στο δουλικό κόσμο της γλώσσας με την έννοια ότι δεν τα λέει όλα (δούλος είναι αυτός που ‘χει κομμένη γλώσσα και δεν μπορεί να μιλά παρά μόνο με νεύματα, εκφράσεις, μορφασμούς). Τα “σημεία” του έρωτα εκτρέφουν μια τεράστια αντενεργό φιλολογία: ο έρωτας αναπαριστάνεται, ανάγεται σε μιαν αισθητική των επιφάσεων (σε τελική ανάλυση, ο Απόλλων είναι αυτός πού συγγράφει τα ερωτικά μυθιστορήματα). Ως αντισημείο, το σ’ αγαπώ ανήκει στην περιοχή του Διονύσου: το βάσανο δε γίνεται αντικείμενο άρνησης (το ίδιο ισχύει και για το παράπονο, την αηδία, τη μνησικακία), αλλά απλώς, δια της προφοράς, δεν εσωτερικεύεται: λέω σ’ αγαπώ (και το επαναλαμβάνω), σημαίνει εξοβελίζω το αντενεργό στοιχείο, το παραπέμπω στον κουφό και θρηνώδη κόσμο των σημείων – των λεκτικών περιστροφών (κόσμο πού δεν παύω, ωστόσο, ποτέ να διασχίζω).
Ως προφορά, το σ’ αγαπώ ανήκει στην περιοχή της δαπάνης. Όσοι αποζητούν την προφορά της λέξης (λυρικοί, ψεύτες, πλανήτες), είναι υποκείμενα της Δαπάνης: δαπανούν τη λέξη, σάμπως να ήταν ιταμό (ποταπό) πράγμα ή επανάκτηση της σε οποιοδήποτε χώρο. Βρίσκονται στο ακραίο όριο της γλώσσας, εκεί όπου η ίδια ή γλώσσα (και ποιος άλλος θα το ‘κάνε στη θέση της;) αναγνωρίζει πως είναι ανέγγυος, πως δουλεύει χωρίς προστατευτικό δίχτυ.
Η ερωτική χαύνωση
Χαύνωση. Λεπτή κατάσταση του ερωτικού πόθου. Βιώνεται όταν έχουμε κενό πόθου, και είναι άσχετη με οποιαδήποτε επιθυμία κατοχής.
1. Ο Σάτυρος λέει: θέλω ο πόθος μου να ικανοποιηθεί αμέσως. Όταν βλέπω ένα πρόσωπο παραδομένο στον ύπνο, ένα στόμα μισάνοιχτο, ένα χέρι να κρέμεται, θα ήθελα να ‘χω τη δύναμη να τον χιμήξω. Ο Σάτυρος -σχήμα του
Άμεσου- είναι ακριβώς το αντίθετο του Χαυνωμένου. Στη χαύνωση απλώς περιμένω: “Δεν είχε σταματημό ο πόθος μου για σένα”. (Ό πόθος βρίσκεται παντού. Άλλα, μέσα στην ερωτική κατάσταση, αποβαίνει κάτι το πολύ ειδικό: χαύνωση)
2. “κι εσύ πες μου λοιπόν έτερον μου θα μου αποκριθείς επιτέλους πλήττω εξαιτίας σου σε θέλω ονειρεύομαι εσένα για σένα εναντίον σου απάντησε μου το όνομα σου άρωμα διάχυτο το χρώμα σου λάμπει ανάμεσα στ’ αγκάθια κάνε την καρδιά μου να συνέρθει με οίνο δροσερό φτιάξε μου μια πρωινή καλύπτρα πνίγομαι κάτω απ’ αυτή τη μάσκα επιδερμίδα στεγνή ισοπεδωμένη τίποτε δεν υπάρχει εκτός από τον πόθο.”
3. “…γιατί μόλις σε δω για μια στιγμή, δεν μπορώ πια να αρθρώσω λέξη: αλλά ή γλώσσα μου γίνεται κομμάτια και, κάτω από το δέρμα μου, γλιστράει απότομα μια λεπτή φωτιά: τα μάτια μου χάνουν το βλέμμα τους, τ’ αυτιά μου βουίζουν, ο ιδρώτας αυλακώνει το κορμί μου, ένα ρίγος με κυριεύει σύγκορμη· γίνομαι πιο χλωμή κι από τη χλόη και, λίγο ακόμη, θα ‘λεγα ότι πεθαίνω .”
4. “Η ψυχή μου, όταν αγκάλιαζα τον Αγάθωνα, ανέβαινε στα χείλη μου, σάμπως ή δύστυχη να έμελλε να κάνει πανιά γι’ αλλού”. Στην ερωτική χαύνωση κάτι φεύγει, ατέρμονα, σάμπως ο πόθος να μην ήταν παρά μια αιμορραγία. Ιδού ή ερωτική κόπωση: μια πείνα ακόρεστη, ένας χαίνων έρωτας. Ή ακόμη: όλο μου το εγώ σύρεται, μεταβιβάζεται στο αγαπημένο αντικείμενο, πού παίρνει έτσι τη θέση του εγώ. Η χαύνωση πρέπει να είναι αυτή ή εξουθενωτική μετάβαση από τη ναρκισσική στην άντικειμενοπαγή λίμπιντο. (Πόθος του απόντος, πόθος του παρόντος: η χαύνωση προβάλλει σε διπλοτυπία τους δύο πόθους, φέρει την απουσία εντός της παρουσίας. Εξ ου μια αντιφατική κατάσταση: το “γλυκό κάψιμο”.)
ΣΥΜΠΟΣΙΟ: Δίστιχο του Πλάτωνος στον Αγάθωνα, 21-22.
ΒΕΡΘΕΡΟΣ: “Του δύστυχου ή ζωή σβήνει λίγο-λίγο μέσα σε μια παθολογική χαύνωση πού τίποτε δεν μπορεί να την ανακόψει” (48). ΡΟΥΣΜΠΡΟΚ: “Όταν το ον διεγείρεται, προσφέροντας ό,τι μπορεί αλλά μην κατακτώντας αυτό πού θέλει, παράγεται ή πνευματική χαύνωση” (1β).
Φρόιντ: “Το μεγαλύτερο μέρος της λίμπιντο μεταβιβάζεται στο αντικείμενο το οποίο παίρνει έτσι, σ’ ένα ποσοστό, τη θέση του εγώ. Τούτο συμβαίνει μόνο όταν έχουμε πληρότητα ερωτικών διαθέσεων” (Επίτομο εγχειρίδιο ψυχανάλυσης)
Η ερωτική επιστολή
ΕΠΙΣΤΟΛΗ. Το σχήμα αναφέρεται στην ιδιαίτερη διαλεκτική της ερωτικής επιστολής. Ή ερωτική επιστολή είναι κενή (κωδικοποιημένη) και ταυτόχρονα εκφραστική (φορτισμένη με την επιθυμία να σημάνει τον πόθο).
1. Όταν ο Βέρθερος (πού υπηρετεί “παρά τω Πρέσβει”) γράφει στην Καρλότα, ή επιστολή του ακολουθεί το έξης πλάνο: 1. Τι χαρά να σε σκέφτομαι! 2. Βρίσκομαι εδώ σ’ έναν κύκλο κοσμικό και, δίχως εσένα, νιώθω πολύ μόνος. 3. Συνάντησα κάποιαν (π.χ., τη δεσποινίδα Β…) πού σου μοιάζει, και με την όποια μπορώ να κουβεντιάζω για σένα. 4. Εκφράζω την ευχή να ξανανταμώσουμε. – Μια και μόνη πληροφορία παραλλάσσεται σαν θέμα μουσικό: σε σκέφτομαι.
Τι θα πει “σκέφτομαι κάποιον”; θα πει: τον λησμονώ (χωρίς λήθη είναι ανέφικτη ή ζωή) και αφυπνίζομαι συχνά από τούτη τη λησμονιά. Πολλά πράγματα, με τρόπο συνειρμικό, σε επαναφέρουν στο λόγο μου. “Σε σκέφτομαι” δε σημαίνει τίποτ’ άλλο έξω απ’ αύτη τη μετωνυμία. Γιατί, καθαυτή, τούτη ή σκέψη είναι κενή: δε σε σκέφτομαι· απλώς, φροντίζω να σε κάνω να επιστρέψεις (σε βαθμό ευθέως ανάλογο μάλιστα με το πόσο σε λησμονώ). Αύτη τη μορφή (αυτό το ρυθμό) ονομάζω “σκέψη”: δεν έχω να σον πω τίποτε μόνο πού αυτό το τίποτε σε σένα είναι πού το λέω:
“Γιατί, ξανά, καταφεύγω στη γραφή; Αγαπημένη, μη με ρωτάς τόσο αδυσώπητα Γιατί ειν’ αλήθεια πώς τίποτε δεν έχω να σου πω. Άλλα, τ’ αγαπημένα χέρια σου, όπως και να ‘ναι, θα δεχτούν το σημείωμα αυτό”.
(“Να σκεφτώ τον Ύμπέρ” γράφει, κωμικά, στο σημειωματάριο του ο αφηγητής των ‘Ελών, πού είναι το βιβλίο του Τίποτε.)
“Καταλάβετε”, γράφει ή μαρκησία ντε Μερτέιγ, “πώς όταν γράφετε σε κάποιον, το κάνετε γι’ αυτόν κι όχι για σας. Έτσι, επιδίωξη σας δεν πρέπει να είναι να του πείτε αυτό πού σκέφτεστε εσείς, αλλά αυτό πού αρέσει περισσότερο σ’ εκείνον. Ή μαρκησία δεν είναι ερωτευμένη, γι’ αυτό υποστηρίζει την αλληλογραφία, δηλαδή μια τακτικού χαρακτήρα επιχείρηση, προορισμένη να προασπίζει θέσεις, να διασφαλίζει κατακτήσεις. Ή επιχείρηση αυτή οφείλει να αναγνωρίσει τους τόπους (τα υποσύνολα) του αντίπαλου συνόλου – πάει να πει, να κατακερματίσει την εικόνα του άλλου σε διάφορα σημεία πού θα επιχειρήσει να θίξει ή επιστολή (πρόκειται, λοιπόν, για μιαν αντιστοιχία, με τη μαθηματική, σχεδόν, έννοια του όρου). ‘Όμως, για τον ερωτευμένο, ή επιστολή δεν έχει τακτική άξια: είναι καθαρά εκφραστική -για την ακρίβεια, κολακευτική (αλλά ή κολακεία εδώ δεν είναι διόλου ιδιοτελής: είναι άπλα και μόνο ή λαλιά της αφοσίωσης). Εμπλέκομαι με τον άλλον σε μια σχέση όχι σε μιαν αλληλογραφία: ή σχέση διασυνδέει δυο εικόνες. Είσαι παντού, ή εικόνα σου είναι ολική, γράφει, με διάφορους τρόπους, ο Βέρθερος στην Καρλότα.
Ως πόθος, ή ερωτική επιστολή προσμένει την απάντηση. Επιβάλλει έμμεσα στον άλλον να αποκριθεί, διαφορετικά ή εικόνα του αλλοιώνεται, γίνεται άλλη. Αυτό το εξηγεί αυστηρά ο νεαρός Φρόιντ στη μνηστή του: “Δε θέλω, ωστόσο, να παραμένουν μονίμως αναπάντητα τα γράμματα μου. θα σταματήσω αμέσως να σου γράφω αν δε μου απαντήσεις. Συνεχείς μονόλογοι γύρω από ένα πλάσμα αγαπημένο, πού δεν τους διορθώνει ούτε τους τροφοδοτεί το πλάσμα αυτό, οδηγούν σε σφαλερές απόψεις ως προς τις αμοιβαίες σχέσεις. Έτσι, γινόμαστε πια ξένοι ο ένας για τον άλλον όταν ξαναβρισκόμαστε, κι ανακαλύπτουμε πώς τα πράγματα είναι διαφορετικά απ’ ό,τι τα φανταζόμασταν μην έχοντας καμιά επιβεβαίωση”.
(Αυτός πού θα αποδεχόταν τις “αδικίες” της επικοινωνίας, αυτός πού θα συνέχιζε να μιλά ανάλαφρα, τρυφερά, χωρίς να εισπράττει απάντηση, αυτός θα κατακτούσε μιαν υψηλή βαθμίδα κυριαρχίας: την κυριαρχία πού χαρακτηρίζει τη Μητέρα.)
το βιβλίο:
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ
συγγραφέας ΜΠΑΡΤ ΡΟΛΑΝ
Εκδοτικός Οίκος : ΚΕΔΡΟΣ
μεταφραστής : ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΒΑΣΙΛΗΣ
ΕΠΠΑΙΚ 2008-2009. Το εκπαιδευτικό υλικό.
Το εκπαιδευτικό υλικό είναι έτοιμο.
Τρία dvds κατάφορτα με κείμενα, φωτογραφίες, videos και άλλα τινά ετοιμάστηκαν για σας.
Παρακαλούνται οι πρόεδροι των τμημάτων να επικοινωνήσουν μαζί μου, να τα πάρουν, να τα πολλαπλασιάσουν και να τα μοιράσουν σε όλους σας. (Ήδη τα πήρε η Κατερίνα του Α2)
Καλό καλοκαίρι.
Μαθηματικά Δ΄ Δημοτικού
Συγγραφείς: Κασσώτη Όλγα – Κλιάπης Πέτρος - Οικονόμου Ανδρέας - Οικονόμου Πέτρος
Το βιβλίο αυτό έχει σκοπό να αποτελέσει χρήσιμο εγχειρίδιο τόσο για τους μαθητές και τους δασκάλους όσο και για τους γονείς εκείνους οι οποίοι επιθυμούν να συμβάλλουν υπεύθυνα και δημιουργικά στη μαθητική εκπαίδευση των παιδιών τους. Ωστόσο αυτό δεν είναι «διδακτικό εγχειρίδιο» και δεν προορίζεται να υποκαταστήσει το αντίστοιχο σχολικό βιβλίο, αλλά να λειτουργήσει συμπληρωματικά σ’ αυτό.
Η συγγραφική ομάδα είχε δύο βασικούς στόχους: αφ’ ενός να επισημανθούν και να αποσαφηνιστούν κάποιες βασικές μαθηματικές έννοιες, τις οποίες ο μαθητής έχει διδαχτεί στο σχολείο, και αφ’ ετέρου να υποστηριχθεί ο μαθητής στο να αξιοποιήσει τις έννοιες αυτές στη λύση των ασκήσεων, με σκοπό τη μεθοδική καλλιέργεια και ανάπτυξη της μαθηματικής του σκέψης.
Το βιβλίο αυτό χωρίζεται σε δύο μέρη:
Το πρώτο μέρος περιέχει πλήρη θεωρία σε κάθε μάθημα, ερωτήσεις κατανόησης της θεωρίας, ασκήσεις και προβλήματα.
Το δεύτερο μέρος περιέχει τις «Απαντήσεις των Ερωτήσεων Κατανόησης της Θεωρίας και τις Λύσεις των Ασκήσεων και των Προβλημάτων» με αναλυτικές εξηγήσεις. Το βιβλίο συνοδεύεται από ένα ένθετο τεύχος με τις «Λύσεις των Ασκήσεων και των Προβλημάτων του Σχολικού Βιβλίου» αναλυμένες και επεξηγημένες, τις απαντήσεις στις «Δραστηριότητες με προεκτάσεις» και στα «Θέματα για διερεύνηση και συζήτηση» καθώς και στις «Ερωτήσεις για αυτοέλεγχο» του σχολικού βιβλίου.
Σε κάθε κεφάλαιο-μάθημα περιλαμβάνονται τα εξής:
Α) Για να λύσω τις ασκήσεις χρειάζεται να ξέρω (Στοιχεία Θεωρίας)
Στην αρχή κάθε κεφαλαίου γίνεται μια σύντομη αναφορά -με μορφή υπενθύμισης- στα κυριότερα στοιχεία της θεωρίας, η οποία σχετίζεται με το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Τα στοιχεία αυτά θεωρούνται ότι αποτελούν τις βασικές μαθηματικές γνώσεις τις οποίες θα πρέπει να αποκομίσει ο μαθητής από τη διδασκαλία του συγκεκριμένου κεφαλαίου.
Β) Παραδείγματα και παρατηρήσεις
Κάθε αναφορά σε μαθηματικές έννοιες, κανόνες ή μαθηματικούς ορισμούς, συνοδεύεται από σχετικά παραδείγματα, για την όσο το δυνατόν πληρέστερη και ουσιαστικότερη κατανόησή τους. Παράλληλα, και όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο, γίνονται κάποιες ιδιαίτερες επισημάνσεις, διευκρινήσεις ή συμπληρώσεις της σχετικής θεωρίας, με τη μορφή παρατηρήσεων.
Γ) Ελέγχω τις γνώσεις μου (ερωτήσεις κατανόησης της θεωρίας)
Την ολοκλήρωση του θεωρητικού μέρους κάθε κεφαλαίου ακολουθεί μια σειρά ερωτήσεων με τις οποίες ο μαθητής ελέγχει την κατανόηση της θεωρίας για το συγκεκριμένο μάθημα. Κάθε σωστή απάντηση βαθμολογείται από τον ίδιο το μαθητή ο οποίος, ανάλογα με τους βαθμούς που συγκέντρωσε, επιλέγει αν θα προχωρήσει ή θα επαναλάβει τη θεωρία του μαθήματος.
Δ) Ασκήσεις και προβλήματα
Ακολουθούν ασκήσεις και προβλήματα κλιμακούμενης δυσκολίας. Οι ασκήσεις αυτές είναι αναλυτικά λυμένες στο δεύτερο μέρος, ώστε να προετοιμάζουν το μαθητή για τη λύση των ασκήσεων του σχολείου, αλλά και να τον εφοδιάζουν με ένα «υπόδειγμα» για τον τρόπο γραπτής παρουσίασης μιας λύσης.
Ανακεφαλαιώσεις
Στο τέλος κάθε θεματικής ενότητας υπάρχουν επαναληπτικά μαθήματα τα οποία αναφέρονται σε όλα τα επιμέρους κεφάλαια της θεματικής ενότητας. Οι ασκήσεις που περιλαμβάνονται στα επαναληπτικά μαθήματα ακολουθούν την ολοκλήρωση της θεματικής ενότητας και αποβλέπουν στη γενικότερη επανάληψη της σχετικής ύλης.
Μαθηματικά Ε΄Δημοτικού
Συγγραφείς: Κασσώτη Όλγα – Κλιάπης Πέτρος - Οικονόμου Ανδρέας - Οικονόμου Πέτρος
Το βιβλίο αυτό έχει σκοπό να αποτελέσει χρήσιμο εγχειρίδιο τόσο για τους μαθητές και τους δασκάλους όσο και για τους γονείς εκείνους οι οποίοι επιθυμούν να συμβάλλουν υπεύθυνα και δημιουργικά στη μαθητική εκπαίδευση των παιδιών τους. Ωστόσο αυτό δεν είναι «διδακτικό εγχειρίδιο» και δεν προορίζεται να υποκαταστήσει το αντίστοιχο σχολικό βιβλίο, αλλά να λειτουργήσει συμπληρωματικά σ’ αυτό.
Η συγγραφική ομάδα είχε δύο βασικούς στόχους: αφ’ ενός να επισημανθούν και να αποσαφηνιστούν κάποιες βασικές μαθηματικές έννοιες, τις οποίες ο μαθητής έχει διδαχτεί στο σχολείο, και αφ’ ετέρου να υποστηριχθεί ο μαθητής στο να αξιοποιήσει τις έννοιες αυτές στη λύση των ασκήσεων, με σκοπό τη μεθοδική καλλιέργεια και ανάπτυξη της μαθηματικής του σκέψης.
Το βιβλίο αυτό χωρίζεται σε δύο μέρη:
Το πρώτο μέρος περιέχει πλήρη θεωρία σε κάθε μάθημα, ερωτήσεις κατανόησης της θεωρίας, ασκήσεις και προβλήματα.
Το δεύτερο μέρος περιέχει τις «Απαντήσεις των Ερωτήσεων Κατανόησης της Θεωρίας και τις Λύσεις των Ασκήσεων και των Προβλημάτων» με αναλυτικές εξηγήσεις.
Το βιβλίο συνοδεύεται από ένα ένθετο τεύχος με τις «Λύσεις των Ασκήσεων και των Προβλημάτων του Σχολικού Βιβλίου» αναλυμένες και επεξηγημένες, τις απαντήσεις στις «Δραστηριότητες με προεκτάσεις» και στα «Θέματα για διερεύνηση και συζήτηση» καθώς και στις «Ερωτήσεις για αυτοέλεγχο» του σχολικού βιβλίου.
Σε κάθε κεφάλαιο-μάθημα περιλαμβάνονται τα εξής:
Α) Για να λύσω τις ασκήσεις χρειάζεται να ξέρω (Στοιχεία Θεωρίας)
Στην αρχή κάθε κεφαλαίου γίνεται μια σύντομη αναφορά -με μορφή υπενθύμισης- στα κυριότερα στοιχεία της θεωρίας, η οποία σχετίζεται με το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Τα στοιχεία αυτά θεωρούνται ότι αποτελούν τις βασικές μαθηματικές γνώσεις τις οποίες θα πρέπει να αποκομίσει ο μαθητής από τη διδασκαλία του συγκεκριμένου κεφαλαίου.
Β) Παραδείγματα και παρατηρήσεις
Κάθε αναφορά σε μαθηματικές έννοιες, κανόνες ή μαθηματικούς ορισμούς, συνοδεύεται από σχετικά παραδείγματα, για την όσο το δυνατόν πληρέστερη και ουσιαστικότερη κατανόησή τους. Παράλληλα, και όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο, γίνονται κάποιες ιδιαίτερες επισημάνσεις, διευκρινήσεις ή συμπληρώσεις της σχετικής θεωρίας, με τη μορφή παρατηρήσεων.
Γ) Ελέγχω τις γνώσεις μου (ερωτήσεις κατανόησης της θεωρίας)
Την ολοκλήρωση του θεωρητικού μέρους κάθε κεφαλαίου ακολουθεί μια σειρά ερωτήσεων με τις οποίες ο μαθητής ελέγχει την κατανόηση της θεωρίας για το συγκεκριμένο μάθημα. Κάθε σωστή απάντηση βαθμολογείται από τον ίδιο το μαθητή ο οποίος, ανάλογα με τους βαθμούς που συγκέντρωσε, επιλέγει αν θα προχωρήσει ή θα επαναλάβει τη θεωρία του μαθήματος.
Δ) Ασκήσεις και προβλήματα
Ακολουθούν ασκήσεις και προβλήματα κλιμακούμενης δυσκολίας. Οι ασκήσεις αυτές είναι αναλυτικά λυμένες στο δεύτερο μέρος, ώστε να προετοιμάζουν το μαθητή για τη λύση των ασκήσεων του σχολείου, αλλά και να τον εφοδιάζουν με ένα «υπόδειγμα» για τον τρόπο γραπτής παρουσίασης μιας λύσης.
Ανακεφαλαιώσεις
Στο τέλος κάθε θεματικής ενότητας υπάρχουν οι ανακεφαλαιώσεις οι οποίες αναφέρονται σε όλα τα επιμέρους κεφάλαια της θεματικής ενότητας. Οι ασκήσεις αυτές ακολουθούν την ολοκλήρωση της θεματικής ενότητας και αποβλέπουν σε μια γενικότερη επανάληψη της σχετικής ύλης.
Για ένα συνοπτικό έλεγχο ορισμένων βασικών γνώσεων, τις οποίες θα πρέπει να κατέχει ο μαθητής, έχουν περιληφθεί τα «Κριτήρια Αξιολόγησης», τα οποία περιέχουν ασκήσεις και προβλήματα παρόμοια στο περιεχόμενο, τη δομή και το επίπεδο δυσκολίας, με εκείνα τα οποία θα αντιμετωπίσει στα κριτήρια αξιολόγησης του σχολικού βιβλίου. Έτσι ο μαθητής εξοικειώνεται με προβλήματα παρόμοια με αυτά τα οποία θα αντιμετωπίσει στο σχολείο, ώστε να ενισχύεται η αυτοπεποίθηση και η εμπιστοσύνη στις ικανότητές του.
Κάθε παιδί μαθαίνει με το δικό του ρυθμό και τη δική του ταχύτητα. Για το λόγο αυτό τα παιδιά κατακτούν διαφορετικά επίπεδα γνώσης κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους στο σχολείο. Είναι σημαντικό, λοιπόν, για ένα παιδί να ενθαρρύνεται ώστε να εργαστεί με το δικό του ρυθμό και με τρόπο που να πετύχει την καλύτερη δυνατή επίδοση στα πλαίσια των ατομικών του ικανοτήτων. Το βιβλίο αυτό έχει σχεδιαστεί να συνεισφέρει προς αυτή την κατεύθυνση.
Έχει γραφτεί από ομάδα έμπειρων εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, με ειδικές σπουδές στα παιδαγωγικά και στην ψυχολογία της διδασκαλίας των Μαθηματικών. Τα μέλη της συγγραφικής ομάδας έχουν μεγάλη εμπειρία στη συγγραφή βιβλίων Μαθηματικών για μαθητές Δημοτικού και Γυμνασίου, καθώς και στην προετοιμασία των μαθητών για το πέρασμα από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο.
Μαθηματικά ΣΤ΄ Δημοτικού
Συγγραφείς: Κασσώτη Όλγα – Κλιάπης Πέτρος - Οικονόμου Ανδρέας - Οικονόμου Πέτρος
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Το βιβλίο αυτό έχει σκοπό να αποτελέσει χρήσιμο εγχειρίδιο τόσο για τους μαθητές και τους δασκάλους όσο και για τους γονείς εκείνους οι οποίοι επιθυμούν να συμβάλλουν υπεύθυνα και δημιουργικά στη μαθητική εκπαίδευση των παιδιών τους. Ωστόσο αυτό δεν είναι «διδακτικό εγχειρίδιο» και δεν προορίζεται να υποκαταστήσει το αντίστοιχο σχολικό βιβλίο, αλλά να λειτουργήσει συμπληρωματικά σ’ αυτό.
Η συγγραφική ομάδα είχε δύο βασικούς στόχους: αφ’ ενός να επισημανθούν και να αποσαφηνιστούν κάποιες βασικές μαθηματικές έννοιες, τις οποίες ο μαθητής έχει διδαχτεί στο σχολείο, και αφ’ ετέρου να υποστηριχθεί ο μαθητής στο να αξιοποιήσει τις έννοιες αυτές στη λύση των ασκήσεων, με σκοπό τη μεθοδική καλλιέργεια και ανάπτυξη της μαθηματικής του σκέψης.
Το βιβλίο αυτό χωρίζεται σε δύο μέρη: Το πρώτο μέρος περιέχει πλήρη θεωρία σε κάθε μάθημα, ερωτήσεις κατανόησης της θεωρίας, ασκήσεις και προβλήματα. Το δεύτερο μέρος περιέχει τις «Απαντήσεις των Ερωτήσεων Κατανόησης της Θεωρίας και τις Λύσεις των Ασκήσεων και των Προβλημάτων» με αναλυτικές εξηγήσεις.
Το βιβλίο συνοδεύεται από ένα ένθετο τεύχος με τις «Λύσεις των Ασκήσεων και των Προβλημάτων του Σχολικού Βιβλίου» αναλυμένες και επεξηγημένες, τις απαντήσεις στις «Δραστηριότητες με προεκτάσεις» και στα «Θέματα για διερεύνηση και συζήτηση» καθώς και στις «Ερωτήσεις για αυτοέλεγχο» του σχολικού βιβλίου. Σε κάθε κεφάλαιο-μάθημα περιλαμβάνονται τα εξής:
Α) Για να λύσω τις ασκήσεις χρειάζεται να ξέρω (Στοιχεία Θεωρίας)
Στην αρχή κάθε κεφαλαίου γίνεται μια σύντομη αναφορά -με μορφή υπενθύμισης- στα κυριότερα στοιχεία της θεωρίας, η οποία σχετίζεται με το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Τα στοιχεία αυτά θεωρούνται ότι αποτελούν τις βασικές μαθηματικές γνώσεις τις οποίες θα πρέπει να αποκομίσει ο μαθητής από τη διδασκαλία του συγκεκριμένου κεφαλαίου.
Β) Παραδείγματα και παρατηρήσεις
Κάθε αναφορά σε μαθηματικές έννοιες, κανόνες ή μαθηματικούς ορισμούς, συνοδεύεται από σχετικά παραδείγματα, για την όσο το δυνατόν πληρέστερη και ουσιαστικότερη κατανόησή τους. Παράλληλα, και όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο, γίνονται κάποιες ιδιαίτερες επισημάνσεις, διευκρινήσεις ή συμπληρώσεις της σχετικής θεωρίας, με τη μορφή παρατηρήσεων.
Γ) Ελέγχω τις γνώσεις μου (ερωτήσεις κατανόησης της θεωρίας)
Την ολοκλήρωση του θεωρητικού μέρους κάθε κεφαλαίου ακολουθεί μια σειρά ερωτήσεων με τις οποίες ο μαθητής ελέγχει την κατανόηση της θεωρίας για το συγκεκριμένο μάθημα. Κάθε σωστή απάντηση βαθμολογείται από τον ίδιο το μαθητή ο οποίος, ανάλογα με τους βαθμούς που συγκέντρωσε, επιλέγει αν θα προχωρήσει ή θα επαναλάβει τη θεωρία του μαθήματος.
Δ) Ασκήσεις και προβλήματα
Ακολουθούν ασκήσεις και προβλήματα κλιμακούμενης δυσκολίας. Οι ασκήσεις αυτές είναι αναλυτικά λυμένες στο δεύτερο μέρος, ώστε να προετοιμάζουν το μαθητή για τη λύση των ασκήσεων του σχολείου, αλλά και να τον εφοδιάζουν με ένα «υπόδειγμα» για τον τρόπο γραπτής παρουσίασης μιας λύσης.
Ε) Ανακεφαλαιώσεις – ανακεφαλαιωτικές ασκήσεις και κριτήρια αξιολόγησης
Στο τέλος κάθε θεματικής ενότητας (αλλά και ενδιάμεσα όπου αυτό κρίθηκε απαραίτητο) υπάρχουν οι ανακεφαλαιώσεις και οι «Ανακεφαλαιωτικές ασκήσεις», οι οποίες αναφέρονται σε όλα τα επιμέρους κεφάλαια της θεματικής ενότητας. Οι ασκήσεις αυτές ακολουθούν την ολοκλήρωση της θεματικής ενότητας και αποβλέπουν σε μια γενικότερη επανάληψη της σχετικής ύλης.
Για ένα συνοπτικό έλεγχο ορισμένων βασικών γνώσεων, τις οποίες θα πρέπει να κατέχει ο μαθητής, έχουν περιληφθεί τα «Κριτήρια Αξιολόγησης», τα οποία περιέχουν ασκήσεις και προβλήματα παρόμοια στο περιεχόμενο, τη δομή και το επίπεδο δυσκολίας, με εκείνα τα οποία θα αντιμετωπίσει στα κριτήρια αξιολόγησης του σχολικού βιβλίου. Έτσι ο μαθητής εξοικειώνεται με προβλήματα παρόμοια με αυτά τα οποία θα αντιμετωπίσει στο σχολείο, ώστε να ενισχύεται η αυτοπεποίθηση και η εμπιστοσύνη στις ικανότητές του. Κάθε παιδί μαθαίνει με το δικό του ρυθμό και τη δική του ταχύτητα. Για το λόγο αυτό τα παιδιά κατακτούν διαφορετικά επίπεδα γνώσης κατά τη διάρκεια της φοίτησής τους στο σχολείο. Είναι σημαντικό, λοιπόν, για ένα παιδί να ενθαρρύνεται ώστε να εργαστεί με το δικό του ρυθμό και με τρόπο που να πετύχει την καλύτερη δυνατή επίδοση στα πλαίσια των ατομικών του ικανοτήτων.
Το βιβλίο αυτό έχει σχεδιαστεί να συνεισφέρει προς αυτή την κατεύθυνση. Έχει γραφτεί από ομάδα έμπειρων εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, με ειδικές σπουδές στα παιδαγωγικά και στην ψυχολογία της διδασκαλίας των Μαθηματικών. Τα μέλη της συγγραφικής ομάδας έχουν μεγάλη εμπειρία στη συγγραφή βιβλίων Μαθηματικών για μαθητές Δημοτικού και Γυμνασίου, καθώς και στην προετοιμασία των μαθητών για το πέρασμα από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο.
Ο δάσκαλος. Μια αυτοβιογραφία.
Σχεδόν πριν από μια δεκαετία, ο Φρανκ ΜακΚόρτ συναντήθηκε τελείως αναπάντεχα με τη διασημότητα, όταν, σε ηλικία εξήντα έξι ετών, έκανε την πολύκροτη εμφάνισή του στη λογοτεχνία με τις “Στάχτες της Άντζελα”, ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο για τα παιδικά του χρόνια στο Λίμερικ της Ιρλανδίας, το οποίο του χάρισε το Βραβείο Pulitzer. Ακολούθησε “Η γη της επαγγελίας”, μια απολαυστική περιγραφή των πρώτων χρόνων που έζησε στη Νέα Υόρκη. Έχουμε, επιτέλους, στα χέρια μας το από καιρό αναμενόμενο βιβλίο του ΜακΚόρτ για το πώς η τριακονταετής διδασκαλική σταδιοδρομία του στα λύκεια της Νέας Υόρκης διαμόρφωσε τη δεύτερη πράξη της ζωής του ως συγγραφέα. Ο δάσκαλος είναι ένας αναγκαίος φόρος τιμής στους δασκάλους όλου του κόσμου. Με πρόζα τολμηρή και νευρώδη, διαπνεόμενη από το εικονοκλαστικό πνεύμα του και τη σπαρακτική ειλικρίνειά του, ο ΜακΚόρτ καταγράφει τις δοκιμασίες, τους θριάμβους και τις εκπλήξεις που αντιμετωπίζει στα δημόσια λύκεια της Νέας Υόρκης. Αναπτύσσοντας μια κάθε άλλο παρά συμβατική μέθοδο διδασκαλίας αφήνει το στίγμα του στις καρδιές των μαθητών του, αναθέτοντάς τους να γράψουν ευρηματικές εργασίες, παρακινώντας τους σε ευτράπελα ωδικά δρώμενα κι οδηγώντας τους σε περιπετειώδεις εκπαιδευτικές εκδρομές. Ο McCourt αγωνίζεται μέρα την ημέρα να βρει τον δρόμο του μέσα στην τάξη, ενώ περνά τα βράδια του πίνοντας με συγγραφείς κι ονειρευόμενος πως κάποτε θα κατορθώσει να βάλει την ιστορία της ζωής του στο χαρτί. Ο δάσκαλος μάς δείχνει πώς ο ΜακΚόρτ ανέπτυξε αυτή την απαράμιλλη ικανότητα ν’ αφηγείται σπουδαίες ιστορίες, καθώς, πέντε μέρες την εβδομάδα και πέντε διδακτικές ώρες την ημέρα, μοχθεί για να κερδίσει την προσοχή και τον σεβασμό ατίθασων, αδιάφορων, μεθυσμένων από τη νιότη τους εφήβων. Ο κλυδωνιζόμενος γάμος του, η αποτυχημένη απόπειρά του να ολοκληρώσει μια διδακτορική διατριβή στο Κολέγιο Τρίνιτυ, στο Δουβλίνο, και οι επανειλημμένες απολύσεις του εξαιτίας της τάσης του να αυθαδιάζει στους προϊσταμένους του, κατά ειρωνικό τρόπο τον οδηγούν στο πιο έγκριτο σχολείο της Νέας Υόρκης, στο Λύκειο Στάυβεσαντ, όπου επιτέλους βρίσκει τη θέση του και τη φωνή του. «Το ακατάβλητο πείσμα μου», λέει, «μπορεί να μη είναι τόσο λαμπερό προτέρημα όσο η φιλοδοξία, το ταλέντο, η ευφυΐα ή η γοητεία, αλλ’ ωστόσο είναι το μόνο πράγμα που με βοήθησε να τα φέρω βόλτα στα πάνω και στα κάτω της ζωής μου». Για τον ΜακΚόρτ, το ν’ αφηγείται ιστορίες είναι μια πηγή σωτηρίας, και στον Δάσκαλο το ταξίδι της λύτρωσης -και της λογοτεχνικής φήμης- είναι μια διασκεδαστική περιπέτεια.
Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου σήμερα.
Η UNESCO επέλεξε την 23η Απριλίου ως Παγκόσμια Ημέρα του Βιβλίου και των Συγγραφικών Δικαιωμάτων, μια συμβολική ημερομηνία για την παγκόσμια λογοτεχνία. Σημαντικοί συγγραφείς γεννήθηκαν και πέθαναν, την 23 η Απριλίου όπως οι: William Shakespeare, Cervantes, Inca Garcilaso de la Vega κα. Πηγή έμπνευσης για τη γιορτή, αποτέλεσε ένα έθιμο στην Καταλονία, κατά το οποίο την ημέρα του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου), ένα τριαντάφυλλο δίνεται για κάθε βιβλίο που πωλείται.
Σας προτείνω, για την περίσταση, και με την Πρωτομαγιά σε λίγες μέρες:
το τεύχος 16 του περιοδικού Νεύσις, στο οποίο, μεταξύ άλλων, έχει και τι κείμενο της Σοφίας Ριζοπούλου “Flora Graeca”,
“Τα φυτά των Κυκλάδων” του Κωνσταντίνου Ι. Καταγά που εξέδωσε το 2007 στη Σύρο.