Αρχείο για Μικρές ιστορίες
Μικρή Ιστορία (1). Νιλς Μπορ, ένα δημιουργικό μυαλό.
Πρώτη δημοσίευση 12/11/2006
Ο σπουδαίος νεοζηλανδός πυρηνικός φυσικός Έρνεστ Ράδερφορντ είναι γνωστός ως ο πατέρας της πυρηνικής φυσικής. Έκανε καριέρα στην Αγγλία, δίδαξε στο Κέιμπριτζ και πήρε το Νόμπελ χημείας (!) το 1908. Όταν ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο, του τηλεφώνησε ένας συνάδελφός του και τον ρώτησε αν ήθελε να διαιτητεύσει στο ζήτημα που είχε προκύψει με τη βαθμολόγηση ενός γραπτού Φυσικής. Ο συνάδελφός του ήταν αποφασισμένος να μηδενίσει το γραπτό, ενώ ο φοιτητής ισχυριζόταν ότι θα έπρεπε να πάρει άριστα. Στο τέλος, συμφώνησαν να δεχτούν τη λύση που θα έδινε ένας ουδέτερος επιδιαιτητής και διάλεξαν το Ράδερφορντ.
Ο Ράδερφορντ δέχτηκε να αναλάβει το ρόλο που του ανέθεσαν, πήγε στο γραφείο του συναδέλφου του και διάβασε την ερώτηση του διαγωνίσματος:
“Δείξτε πώς μπορούμε να βρούμε το ύψος ενός ψηλού κτιρίου χρησιμοποιώντας ένα βαρόμετρο.”
Η απάντηση του φοιτητή ήταν:
“Παίρνουμε το βαρόμετρο και το ανεβάζουμε στο υψηλότερο σημείο του κτιρίου, το δένουμε στην άκρη ενός νήματος, το κατεβάζουμε μέχρι το επίπεδο του δρόμου, μετά το ξανανεβάζουμε και μετράμε το μήκος του νήματος. Το μήκος του νήματος από το δρόμο ως την κορυφή του κτιρίου είναι το ύψος του κτιρίου”.
Ο Ράδερφορντ είπε, πρώτα απ’ όλα, ότι ο φοιτητής είχε κάποιο δίκιο να ζητά να πάρει άριστα αφού ουσιαστικά είχε δώσει μια σωστή και πλήρη απάντηση στην ερώτηση. Από την άλλη, αν έπαιρνε άριστα για το γραπτό του, θα του ανέβαζε το συνολικό του βαθμό στη Φυσική. Ένας τέτοιος υψηλός βαθμός θα πιστοποιούσε αντίστοιχη γνώση του αντικειμένου, πράγμα που δεν αποδεικνυόταν από την απάντηση που είχε δώσει. Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Ράδερφορντ πρότεινε να δοθεί στο φοιτητή η ευκαιρία να δώσει άλλη μια απάντηση. Όπως περίμενε, ο συνάδελφός του δέχτηκε αυτή τη λύση, τον εξέπληξε όμως που τη δέχτηκε κι ο φοιτητής.
Ο Ράδερφορντ έδωσε στο φοιτητή έξι λεπτά να γράψει την απάντησή του στην ερώτηση, προειδοποιώντας τον ταυτόχρονα ότι η απάντησή του θα έπρεπε να πιστοποιεί γνώση της Φυσικής. Πέρασαν πέντε λεπτά και ο φοιτητής δεν είχε γράψει ούτε μια λέξη. Ο Ράδερφορντ τον ρώτησε αν σκόπευε να εγκαταλείψει την προσπάθεια αλλά ο φοιτητής τού απάντησε:
“Όχι, απλώς έχω πολλές απαντήσεις και προσπαθώ να σκεφτώ ποια είναι η καλύτερη”.
Ο Ράδερφορντ ζήτησε συγγνώμη για τη διακοπή και παρακάλεσε το φοιτητή να συνεχίσει. Μέσα στο επόμενο λεπτό, ο φοιτητής ξεπέταξε μια απάντηση που έλεγε:
“Παίρνω το βαρόμετρο στην κορυφή του κτιρίου και σκύβω πάνω από το κενό. Αφήνω το βαρόμετρο να πέσει και χρονομετρώ την πτώση του. Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας τον τύπο x=0.5*a*t^2, υπολογίζω το ύψος του κτιρίου”.
Αφού διάβασαν την απάντηση, ο Ράδερφορντ είπε ότι ο ίδιος θα ήταν διατεθειμένος να τη βαθμολογήσει με άριστα και ο συνάδελφός του συμφώνησε. Καθώς έφευγε από το γραφείο του άλλου καθηγητή, ο Ράδερφορντ θυμήθηκε που ο φοιτητής είχε πει ότι προβληματιζόταν ποια απάντηση να διαλέξει, οπότε τον ρώτησε ποιες ήταν οι άλλες απαντήσεις που θα έδινε στο πρόβλημα.
“Να σας πω”, απάντησε ο φοιτητής. “Υπάρχουν πολλοί τρόποι να μετρήσεις το ύψος ενός κτιρίου χρησιμοποιώντας ένα βαρόμετρο. Για παράδειγμα, αν λάμπει ο ήλιος, παίρνεις το βαρόμετρο, μετράς το ύψος του, το μήκος της σκιάς του και το μήκος της σκιάς του κτιρίου και με απλή μέθοδο των τριών βρίσκεις το ύψος του κτιρίου”. [Σ.Σ. Είναι περίπου η μέθοδος που λέγεται ότι χρησιμοποίησε ο Θαλής για να μετρήσει το ύψος της πυραμίδας του Χέοπα -όχι βέβαια με βαρόμετρο, αλλά με ανθρώπινη σκιά.]
“Εντάξει”, είπε ο Ράδερφορντ. “Και οι άλλες λύσεις;”
“Να”, είπε ο φοιτητής, “υπάρχει μια πολύ στοιχειώδης μέθοδος που θα σας αρέσει. Παίρνουμε το βαρόμετρο κι αρχίζουμε να ανεβαίνουμε τα σκαλιά. Καθώς ανεβαίνουμε, χρησιμοποιούμε το βαρόμετρο σαν υποδεκάμετρο και σημαδεύουμε στον τοίχο κάθε φορά το μήκος του βαρόμετρου. Όταν θα έχουμε φτάσει στην κορυφή, μετράμε τα σημάδια και έχουμε το ύψος σε x μήκη βαρομέτρου”.
“Μια πολύ άμεση και μάλλον επίπονη μέθοδος”, σχολίασε ο Ράδερφορντ.
“Βεβαίως. Αν θέλετε μια πιο εξεζητημένη μέθοδο, μπορείτε να δέσετε το βαρόμετρο στην άκρη ενός νήματος, να το βάλετε να ταλαντεύεται σαν εκκρεμές και να μετρήσετε την τιμή του g [επιτάχυνση βαρύτητας] στο επίπεδο του δρόμου και στην κορυφή του κτιρίου. Από τη διαφορά των δύο τιμών του g, μπορείτε θεωρητικά να υπολογίσετε το ύψος του κτιρίου.
Επίσης, θα μπορούσατε να πάρετε το βαρόμετρο στο ψηλότερο σημείο του κτιρίου, και δεμένο όπως πριν στην άκρη ενός νήματος να το χαμηλώσετε μέχρι το επίπεδο του δρόμου και να το βάλετε να ταλαντεύεται σαν εκκρεμές, οπότε μπορείτε να υπολογίσετε το ύψος του κτιρίου από την περίοδο της μετατόπισης”.
Ο Ράδερφορντ δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει με τις απαντήσεις του φοιτητή.
“Βεβαίως”, συνέχισε ο φοιτητής, “υπάρχουν και διάφοροι εναλλακτικοί τρόποι να μάθεις το ύψος του κτιρίου με ένα βαρόμετρο. Ίσως ο καλύτερος είναι να πάρεις το βαρόμετρο στο υπόγειο, να χτυπήσεις την πόρτα του επιστάτη και, όταν σου ανοίξει, να του πεις: Αγαπητέ κύριε, ορίστε ένα καταπληκτικό βαρόμετρο. Θα σας το κάνω δώρο, αν μου πείτε ακριβώς το ύψος αυτού του κτιρίου”.
Σ’ αυτό πια το σημείο ο Ράδερφορντ ρώτησε το φοιτητή αν ήξερε τη συμβατική λύση του προβλήματος.
“Και βέβαια τη γνωρίζω”, του απάντησε ο φοιτητής. “Απλώς βαρέθηκα στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο να μου λένε συνέχεια οι καθηγητές πώς θα πρέπει να σκέφτομαι”.
Αυτή η συνάντηση σηματοδότησε την αρχή μιας γόνιμης επαγγελματικής συνεργασίας ανάμεσα στον Ράδερφορντ και το φοιτητή. Το όνομα του φοιτητή; Νιλς Μπορ, ο Δανός που στη συνέχεια της καριέρας του απέδειξε τις θεωρίες του Ράδερφορντ για τα ηλεκτρόνια και έδωσε σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη της κβαντικής φυσικής.
Μικρή Ιστορία (7). Απλά μαθήματα σουρεαλιστικής οικονομίας.
Σ’ ένα χωριό που ζει από τον τουρισμό, τα πάντα έχουν νεκρωθεί λόγω της κρίσης.
Για να επιβιώσουν οι κάτοικοι, ο ένας δανείζεται από τον άλλο.
Ο καιρός περνά μέσα σ’ αυτή τη βαριά ατμόσφαιρα ώσπου, ύστερα από έναν μήνα που όλοι βαράνε μύγες, έρχεται επιτέλους κάποιος τουρίστας και ζητάει ένα δωμάτιο στο ξενοδοχείο του χωριού.
Ο ξενοδόχος τού λέει την τιμή και την έκπτωση κι εκείνος προπληρώνει με ένα χαρτονόμισμα των 100 ευρώ.
Πριν ακόμα ανέβει στο δωμάτιό του, ο ξενοδόχος πηγαίνει το χαρτονόμισμα στο χασάπη στον οποίο χρωστάει ακριβώς 100 ευρώ.
Ο χασάπης παίρνει το χαρτονόμισμα και τρέχει να το δώσει στον κτηνοτρόφο που τον εφοδιάζει με κρέας.
Ο κτηνοτρόφος παίρνει το χαρτονόμισμα και σπεύδει στο μπουρδελάκι να το δώσει στην πουτάνα του χωριού που της χρωστάει κάποιες ώρες άγριου, απύθμενου σεξ που πέρασαν μαζί.
Εκείνη με τη σειρά της δίνει τα 100 ευρώ στον ξενοδόχο για τις βραδιές που χρησιμοποίησε με πίστωση τα δωμάτιά του για τους πελάτες της.
ΜΟΛΙΣ η επί χρήμασι εκδιδομένη άφησε το χαρτονόμισμα στη ρεσεψιόν, κατεβαίνει ο τουρίστας από το δωμάτιό του και λέει στον ξενοδόχο ότι τελικά άλλαξε γνώμη και θα φύγει απ’ το χωριό.
Ο ξενοδόχος τού δίνει πίσω τα 100 ευρώ που πήρε απ’ την πουτάνα, αφού έκαναν το γύρο του χωριού.
ΑΥΤΟ είναι ο σουρεαλισμός στην οικονομία.
Τελικά δεν υπήρξε καθόλου εισόδημα για το χωριό, τίποτα δεν ξοδεύτηκε, κανείς δεν έχασε, κανείς δεν κέρδισε και όλα τα χρέη του χωριού ξεπληρώθηκαν! Μήπως κάπως έτσι θα μπορούσαμε να βγούμε από την κρίση;
Ανδρέας Ρουμελιώτης – ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Μικρή Ιστορία (6). Υπό την βασιλικήν δρυν.
Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη -1901-
Όταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, δια να υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί· οι κλώνές της, γαμψοί ως η κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του δρυμού, δέσποινα άγριας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου…
Από τα φύλλα της εστάλαζε κι έρρεεν ολόγυρά της «μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας». Έθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα θείας ακμής, κι έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν, διάδημα θείον.
Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ούς, εψιθύριζεν εις την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το φύλλωμά της, εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, το «Ως εμεγαλύνθη». Μ΄ έθελγε, μ΄ εκήλει, μ΄ εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω ν΄ αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, ν΄ αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, ν΄ ανέλθω εις τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακρέμονας… Και αν δεν μ΄ εδέχετο, και αν μ΄ απέβαλλεν από το σώμα της, και μ΄ έρριπτε κάτω, ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ θεολήπτου.
Επόθουν, αλλ΄ η συνοδία των οικείων μου, μεθ΄ών ετέλουν τας εκδρομάς εκείνας ανά τα όρη, δεν θα ήθελε να μοι το επιτρέψει. Και μίαν χρονιάν, ήτο κατά τας εορτάς του σωτηρίου έτους 186… , καθώς είχομεν διέλθει πλησίον του δένδρου, εφθάσαμεν εις το Μέγα Μανδρί· – ήτο δε το Μέγα Μανδρί μικρός συνοικισμός, θερινόν σκήνωμα των βοσκών του τόπου. Εκατοίκουν εκεί επτά ή οκτώ οικογένειαι αγροτών. Δύο εκ των οικογενειών τούτων συνεδέοντο προς τους γονείς μου δια δεσμών βαπτίσματος, κολληγοσύνης, κτλ. και όλοι ήσαν φίλοι και συμπατριώται μας.
Κατηρχόμεθα εκεί συνήθως τας ημέρας του Πάσχα, είτα πάλιν του Αγίου Γεωργίου ή την Πρωτομαγιάν, άλλοτε δε του Αγίου Κωνσταντίνου ή της Αναλήψεως. Επί τερπνού λόφου υπήρχε το παρεκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου ελειτουργούμεθα.
Ήγοντο εκεί χοροί και πανηγύρεις· δρόσος και αναψυχή και χάρμα εβασίλευεν. Εθύοντο αρνία και ερίφια, και σπονδαί εγίνοντο πυροξάνθου ανθοσμίου. Ετελούντο αγώνες αμίλλης, δισκοβολίαι και άλματα. Έπληττε τας πραείας ηχούς ο φθόγγος του αυλού και της λύρας, συνοδεύων το έρρυθμον βήμα των παρθένων προς κύκλιον χορόν. Και ξανθαί, ερυθρόπεπλοι βοσκοπούλαι επήδων, επέτων, εκελάδουν.
Καθώς είχομεν φθάσει εκεί, την χρονιάν εκείνην, με είχε κυριεύσει ζωηρότερον η εντύπωσις η μαγική της δρυός. Διηρχόμεθα εκάστοτε ουχί μακράν του δένδρου, απέχοντος ημισείας ώρας οδόν από το Μέγα Μανδρί. Ο δρόμος μας ήτον επί της κλιτύος, ολίγον υψηλότερον της θέσεως όπου ίστατο το δένδρον, έτεμνε δε πλαγίως το βουνόν… και η δρυς η μαγική, καθώς εξηκολούθουν να την βλέπω επί ικανήν ώραν, με εγοήτευε και με εκάλει, ως να ήτο πλάσμα έμψυχον, κόρη παρθενική του βουνού.
Κατά τας ποικίλας κυμάνσεις της οδού, σύμφωνα με τα κοιλώματα ή τας προεξοχάς του εδάφους, και κατά τας κινήσεις του οναρίου τας ιδιοτρόπους και πείσμονας – καθώς εξάνοιγα το πρώτον την δρυν, καθόσον επλησίαζα ή απεμακρυνόμην απ΄αυτής, τόσας θέας, απόψεις και φάσεις ελάμβανε το δένδρον. Εκ πλαγίου και μακρόθεν είχεν όψιν λιγυράς χάριτος· εγγύθεν και κατά μέτωπον, προέκυπτεν όλη μεστή και αμφιλαφής, βαθύχλωρος, επιβάλλουσα ως νύμφη.
Όλην την νύκτα, κοιμώμενος και αγρυπνών, ωνειρευόμην την δρυν, την θεσπεσίαν και υψηλήν… Την πρωίαν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, καθώς είχεν ευωδιάσει ο ναΐσκος από δάφνας και λιβανωτίδας, και είχε κρουσθεί τρελά από παιδικάς χείρας ο μικρός κώδων ο υπεράνω του γείσου της στέγης της πλακοσκεπούς, χαιρετίζων το «Ανάστα ο Θεός», το οποίον έψαλλεν ο παπάς ραίνων τους πιστούς με πέταλα ρόδων και ίων…είτα, πριν απολύσει η λειτουργία, εγώ έγινα άφαντος.
Δια πλαγίου, κρυφού δρομίσκου τον οποίον είχον ανακαλύψει την προτεραίαν, ήρχισα να ανέρχομαι την ράχιν του βουνού… διευθυνόμενος προς το μέρος, όπου ευρίσκετο η βασιλική δρυς. Επίστευον ότι εγνώριζα καλά τον δρόμον.
Ήτον όλη η οδός ανωφερής, κι εγώ έτρεχον, έτρεχον δια να φθάσω ταχέως, ν΄ ασπασθώ την ερωμένην μου – επειδή η δρυς υπήρξεν η πρώτη παιδική μου ερωμένη – και ταχέως πάλιν να επιστρέψω, φανταζόμενος ότι η απουσία μου τότε δεν θα παρετηρείτο, και δεν θα είχον ν΄ ακούσω επιπλήξεις από τους οικείους.
Προ εμού είχον αναχωρήσει από το ποιμενικόν σκήνωμα ολίγοι εκ της τάξεως των βοσκών, απερχόμενοι εις την πολίχνην, δια να κομίσωσιν αρνία και τυρίον εις τους κολλήγας, αποφέρωσι δε άλλα οψώνια εκ της πόλεως. Ούτοι θα επέστρεφον προς εσπέραν, και δεν ήτο πιθανόν να συναντήσω τινάς καθ΄ οδόν. Πλην παρ΄ ελπίδα είδον μακρόθεν άλλους ερχομένους προς τα εδώ, εν συνοδία γυναικών και παίδων και υποζυγίων· ούτοι ήρχοντο εκ της πόλεως δια να συνεορτάσωσιν εν τη εξοχή πλησίον των συγγενών των, των βοσκών.
Πάραυτα εξετράπην της οδού, κι έσπευσα να κρυβώ όπισθεν πυκνών θάμνων. Οι άνθρωποι εκείνοι αν με συνήντων, μεμονωμένον, μακράν των γονέων μου, πορευόμενον άγνωστον πού, θα επαραξενεύοντο, και αν δεν μ΄έπειθον να κατέλθω μετ΄αυτών ευθύς οπίσω, εξ άπαντος θα με κατήγγελλον εις τους γονείς μου, τους οποίους θα εύρισκον κάτω εις το Μέγα Μανδρί. Ήμην ένδεκα ετών παιδίον.
Εκείνοι ταχέως αντιπαρήλθον, κι εγώ ανέλαβα τον δρόμον μου, αλλά μετ΄ ολίγον τον έχασα. Εις έν σταυροδρόμιον όπου έφθασα, επήρα τον δρόμον αριστερά, τον υψηλότερον, και ασθμαίνων έφθασα εις την κορυφήν του βουνού. Πλην η μεγάλη δρυς υπήρξεν ευεργέτις μου και κηδεμών μου. Αύτη μ΄ εξήγαγεν εκ της απάτης, εφαίνετο δε ως να μοι ένευε μακρόθεν, και με ωδήγει να έλθω πλησίον της.
Καθώς την είδα χαμηλότερον, δεξιόθεν, αρκετά μακράν, άφησα τον δρομίσκον εις τον οποίον έτρεχα, και στραφείς προς δυσμάς ήρχισα να κατέρχομαι, μέσω των αγρών, υπερπηδών αιμασιάς, χάνδακας, φραγμούς θάμνων και βάτων, σχίζων τας σάρκας μου, αιμάσσων χείρας και πόδας… Τέλος έφθασα πλησίον της ποθητής νύμφης των δασών.
Ήμην κατάκοπος, κάθιδρος και πνευστιών. Άμα έφθασα, ερρίφθην επί της χλόης, εκυλίσθην επάνω εις παπαρούνες και χαμολούλουδα. Αλλ΄ όμως ησθανόμην κρυφήν ευτυχίαν, ονειρώδη απόλαυσιν. Ερρέμβαζον αναβλέπων εις τους κλώνάς της τους κραταιούς, και ηνοιγόκλειον ηδυπαθώς τα χείλη εις την πνοήν της αύρας της, εις τον θρουν των φύλλων της. Εκατοντάδες πουλιών ανεπαύοντο εις τους κλώνάς της, έμελπον τρελά τραγούδια… Δρόσος, άρωμα και χαρμονή εθώπευον την ψυχήν μου….
Ήμην αποσταμένος, και δεν είχον κοιμηθεί καλά την νύκτα. Ο ύπνος μού έλειπεν. Εις την σκιάν του πελωρίου δένδρου, εν μέσω των μηκώνων του των κατακοκκίνων, ο Μορφεύς ήλθε και μ΄εβαυκάλησε, και μοι έδειξεν εικόνες, ως εις περίεργον παιδίον.
Μου εφάνη ότι το δένδρον –έσωζον καθ΄ύπνον την έννοιαν του δένδρου– μικρόν κατά μικρόν μετέβαλλεν όψιν, είδος και μορφήν. Εις μίαν στιγμήν η ρίζα του μου εφάνη ως δύο ωραίαι εύτορνοι κνήμαι, κολλημέναι η μία επάνω εις την άλλην, είτα κατ΄ολίγον εξεκόλλησαν κι εχωρίσθησαν εις δύο· ο κορμός μού εφάνη ότι διεπλάσσετο και εμορφούτο εις οσφύν, εις κοιλίαν και στέρνον, με δύο κόλπους γλαφυρούς, προέχοντας· οι δύο παμμέγιστοι κλάδοι μού εφάνησαν ως δύο βραχίονες, χείρες ορεγόμεναι εις το άπειρον, είτα κατερχόμεναι συγκαταβατικώς προς την γην, εφ΄ης εγώ εκείμην· και το βαθύφαιον, αειθαλές φύλλωμα, μου εφάνη ως κόμη πλουσία κόρης, αναδεδημένη προς τ΄ άνω, είτα λυομένη, κυματίζουσα, χαλαρουμένη προς τα κάτω.
Το πόρισμά μου, το εν ονείρω εξαχθέν, και εις λήρον εν είδει συλλογισμού διατυπωθέν, υπήρξε τούτο: «Α! δεν είναι δένδρον, είναι κόρη· και τα δένδρα, όσα βλέπομεν, είναι γυναίκες!»
Όταν μετ΄ολίγον εξύπνησα, ως συνέχειαν του ονείρου έσχον εν νώ την ανάμνησιν της ιστορίας του τυφλού, τον οποίον ο Χριστός εθεράπευσε, καθώς είχον ακούσει τον διδάσκαλόν μας εις την Ιεράν Ιστορίαν: «Καταρχάς μεν είδε τους ανθρώπους ως δένδρα· δεύτερον δε τους είδε καθαρά…»
Πλην δεν εξύπνησα ακόμη, πριν ακούσω τι έλεγε το φάσμα· η κόρη – η δρυς, είχε λάβει φωνήν και μοι έλεγεν:
-Ειπέ να μου φεισθούν, να μη με κόψουν….δια να μη κάμω ακουσίως κακόν. Δεν ειμ΄ εγώ νύμφη αθάνατος· θα ζήσω όσον αυτό το δένδρον…
Εξύπνησα έντρομος, κι έφυγον… Ήτο ήδη μεσημβρία, και ο ήλιος εμεσουράνει…. Έκαιεν υψηλά, υπεράνω της κορυφής της δρυός, ήτις ήτο σκιά αδιαπέραστος… Από τον αντικρινόν λόφον ήκουσα φωνήν να με καλεί εξ ονόματος.
Ήτο εις μικρός βοσκός, με την κάππαν του, με την στραβολέκαν του, και με δέκα αίγας, τας οποίας ωδήγει. Μου εφώναξεν ότι ο πατήρ μου με ανεζήτει ανήσυχος, και, να τρέξω, να φθάσω ταχέως εκεί κάτω….
Δεν ενόησα τίποτε από το μαντικόν όνειρον. Αργότερα εδιδάχθην από εγχειρίδιον Μυθολογίας ότι η Αμαδρυάς συναποθνήσκει με την δρυν, εν ή ευρίσκεται ενσαρκωμένη…
Μετά πολλά έτη, όταν ξενιτευμένος από μακρού επέστρεψα εις το χωρίον μου, κι επεσκέφθην τα τοπία εκείνα, τα προσκυνητάρια των παιδικών αναμνήσεων, δεν εύρον πλέον ουδέ τον τόπον ένθα ήτο ποτε η Δρυς η Βασιλική, το πάγκαλον και μεγαλοπρεπές δένδρον, η νύμφη η ανάσσουσα των δρυμώνων.
Μία γραία με την ρόκαν της, με δύο προβατίνας τας οποίας έβοσκεν εντός αγρού πλησίον, ευρίσκετο εκεί, καθημένη έξωθεν της μικράς καλύβης της.
Όταν την ηρώτησα τι είχε γίνει το «Μεγάλο Δέντρο», το οποίον ήτον ένα καιρόν εκεί, μοι απήντησεν:
-Ο σχωρεμένος ο Βαργένης το έκοψε…μα κι εκείνος δεν είχε κάμει νισάφι με το τσεκούρι του· όλο θεόρατα δέντρα, τόσα σημαδιακά πράματα… Σαν το ΄κοψε κι ύστερα, δεν είδε χαΐρι και προκοπή. Αρρώστησε, και σε λίγες μέρες πέθανε… Το Μεγάλο Δέντρο ήτον στοιχειωμένο.
http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/ppd_drus.html
Μικρή Ιστορία (5). Τα μικρά της ζωής.
Η μικρή ιστορία είναι αφιερωμένη στους Πέτρους, αλλά και σε όλους τους αναγνώστες.
Τη θυμήθηκα στην επιμόρφωση της Ηγουμενίτσας (δούλεψε ο συνειρμός Πέτρος-πέτρες … συν μια δυο μπυρίτσες).
Α, παρεπιπτόντως, μπήκε η Άνοιξη!

Ένας καθηγητής φιλοσοφίας εμφανίστηκε στην τάξη του με ένα μεγάλο χάρτινο κουτί.
Χωρίς να μιλήσει, πήρε από τη χάρτινη κούτα ένα άδειο γυάλινο βάζο και άρχισε να το γεμίζει με μικρές πέτρες.
Οι μαθητές τον κοιτούσαν με απορία.
Όταν το βάζο δεν χωρούσε άλλο ρώτησε:
- Είναι γεμάτο το βάζο;
Οι μαθητές απάντησαν:
- Ναι, είναι γεμάτο.
Αυτός χαμογέλασε και χωρίς να μιλήσει, πήρε από τη χάρτινη κούτα ένα σακουλάκι με μικρά βότσαλα και άρχισε να γεμίζει το βάζο, το κούνησε λίγο και τα βότσαλα κύλησαν και γέμισαν τα κενά ανάμεσα στις πέτρες. Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο, ρώτησε:
- Είναι γεμάτο το βάζο;
Οι μαθητές απάντησαν:
- Ναι, είναι γεμάτο.
Αυτός χαμογέλασε πάλι και χωρίς να μιλήσει, πήρε από τη χάρτινη κούτα ένα σακουλάκι με άμμο και άρχισε να την αδειάζει μέσα στο βάζο. Η άμμος χύθηκε και γέμισε όλα τα κενά ανάμεσα σε πέτρες και βότσαλα. Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο, ρώτησε:
- Είναι γεμάτο το βάζο;
Οι μαθητές δίστασαν για λίγο, αλλά απάντησαν:
- Ναι, είναι γεμάτο.
Αυτός χαμογέλασε πάλι και χωρίς να μιλήσει πήρε από τη χάρτινη κούτα δύο μπουκάλια μπύρες,τα άνοιξε και άρχισε να τα αδειάζει στο βάζο. Η μπύρα κύλισε και γέμισε κάθε κενό. Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο, ρώτησε:
- Είναι γεμάτο το βάζο;
Οι μαθητές αυτή τη φορά γέλασαν και είπαν:
- Ναι, είναι γεμάτο.
- Το βάζο αυτό, λέει ο καθηγητής, αντιπροσωπεύει τη ζωή σας.
1. Οι πέτρες είναι τα πιο σημαντικά στοιχεία της ζωής: η οικογένεια, ο σύντροφος, τα παιδιά, η υγεία, οι καλοί φίλοι. Είναι τόσο σημαντικά που ακόμα κι αν όλα τα υπόλοιπα λείψουν, η ζωή σας θα εξακολουθήσει να είναι γεμάτη.
2. Τα βότσαλα είναι τα άλλα πράγματα που έρχονται στη ζωή, όπως οι σπουδές, η δουλειά, το σπίτι, το αυτοκίνητο. Αν αυτά τα βάλετε πρώτα στο βάζο δεν θα υπάρχει χώρος για τις πέτρες, τα σημαντικά της ζωής.
3. Η άμμος είναι όλα τα υπόλοιπα, τα πολύ μικρά της ζωής. Αν βάλεις πρώτα άμμο στο βάζο, δεν θα υπάρχει χώρος ούτε για τις πέτρες, αλλά ούτε για τα βότσαλα.
Το βάζο είναι η ζωή σας.
Αν ξοδεύετε χρόνο και δύναμη για μικρά πράγματα, δεν θα βρείτε ποτέ χρόνο για τα πιο σημαντικά.
Ξεχωρίστε ποια είναι τα πιο σημαντικά για την ευτυχία σας.
Μιλήστε με τους γονείς σας, παίξτε με τα παιδιά σας, απολαύστε τον/τη σύντροφό σας, προσέξτε την υγεία σας, χαρείτε με τους φίλους σας.
Πάντα θα υπάρχει χρόνος για γνώση και σπουδές, πάντα θα υπάρχει χρόνος για εργασία, πάντα θα υπάρχει χρόνος για να φτιάξετε το σπίτι σας, το αυτοκίνητό σας, τα στερεοφωνικά σας.
Όμως να φροντίσετε για τις πέτρες πρώτα.
Ξεχωρίστε τις προτεραιότητες.
Οι μαθητές είχαν μείνει άφωνοι. Ένας όμως ρώτησε:
- Καλά, η μπύρα τι αντιπροσωπεύει;
Ο καθηγητής γελώντας του απαντά:
- Χαίρομαι που ρωτάς. Θα σας πω. Δεν έχει σημασία πόσο γεμάτη είναι η ζωή σου, δεν έχει σημασία πόσο στριμωγμένος είσαι, γιατί πρέπει να ξέρεις ότι πάντα θα υπάρχει λίγος χώρος για μια-δυο μπυρίτσες…
Μικρή Ιστορία (4). Κόναν ο βάρβαρος.
Ο Κόναν πληροφορείται ότι στην άλλη άκρη του κόσμου υπάρχει ένα πανύψηλο βουνό, στην κορυφή του οποίου βρίσκεται ένα παλάτι και μέσα στο οποίο κατοικεί ο Γέροντας που κατέχει την απόλυτη σοφία της ζωής. Ζαλώνεται, λοιπόν, την ασπίδα, γραπώνει τη σπάθα, φοράει το γούνινο σωβρακάκι του και ξεκινάει για το βουνό.
Περνάει την Έρημο της Δίψας, το Φαράγγι Χωρίς Πάτο, ξυστά απ’ το Πηγάδι των Χιλίων Ευχών και μετά από πορεία εκατό ημερών στην Τούνδρα των Μηδέν Βαθμών Κέλβιν, φτάνει στους πρόποδες του Βουνού της Σοφίας, το οποίο βλέπει να χάνεται μέσα στα σύννεφα.
Αρχίζει την ανάβαση, τα μπράτσα σφίγγονται, οι φλέβες τινάζονται, το γούνινο σωβρακάκι του όμως τον προστατεύει απ’ το κρύο.
Βρυχάται όταν, κουρασμένος από την ανάβαση, πατάει στο πλάτωμα της κορυφής και βλέπει το κάστρο του Γέροντα να ορθώνεται απροσπέλαστο μπροστά του.
Η ξύλινη πύλη είναι κλειστή, αλλά τη γκρεμίζει βρυχόμενος με ένα χτύπημα της ασπίδας του. Η επόμενη πόρτα, πιο βαριά, απαιτεί πιο δυνατό χτύπημα. Η τρίτη, σιδερένια, πέφτει μετά από το δεύτερο χτύπημά του. Η τελευταία βαριά σιδερένια πόρτα πέφτει με θόρυβο καθώς ο βρυχηθμός του Κόναν σπάει τη σιωπή της ψυχρής κυκλικής αίθουσας, στην οποία ο Γέροντας συλλογίζεται με τα δάχτυλα ενωμένα κάτω από το πηγούνι του, καθισμένος στο θρόνο του.
Ο Κόναν πλησιάζει το κέντρο της αίθουσας και ακουμπάει τα όπλα του μπροστά στα πόδια του Σοφού.
- Ρησπέκτ, Γέροντα. Μου είπαν ότι κατέχεις το μυστικό των μυστικών.
- Υπάρχουν και τα πόμολα, Κόναν.
- Μιλάς με γρίφους, Γέροντα…
…………………………………………
Την έστειλε η Φωτεινή.
Μικρή ιστορία (3). Οι μαϊμούδες.
Μια φορά και έναν καιρό σ´ ένα χωριό, ένας άντρας ο Χάρης ανακοίνωσε στους χωρικούς ότι θα αγόραζε μαϊμούδες προς 10 δολάρια τη μία. Ξέροντας οι χωρικοί ότι υπήρχαν πολλές μαϊμούδες γύρω στο δάσος πήγαν και τις έπιασαν. Ο Χάρης αγόρασε χιλιάδες προς 10 δολάρια τη μία, όπως είπε. Το εμπόρευμα όμως λιγόστευε και οι χωρικοί σταμάτησαν να κυνηγάνε μαϊμούδες.
Ο Χάρης ξαναανακοινώνει ότι θα αγόραζε μαϊμούδες για 20 δολάρια τη μία. Οι χωρικοί έτρεξαν και έπιασαν και άλλες μαϊμούδες. Σύντομα όμως οι μαϊμούδες λιγόστεψαν κι άλλο, οι χωρικοί επέστρεψαν στα κτήματά τους.
Ο Χάρης ανακοινώνει πάλι ότι επειδή δεν υπάρχουν πλέον πολλές μαϊμούδες θα αγόραζε τη μία προς 25 δολάρια. Οι χωρικοί πιάνουν και τις λίγες που έμειναν.
Ο Χάρης τούς λέει “καταλαβαίνω ότι δεν υπάρχουν πλέον παρά ελάχιστες μαϊμούδες γι’ αυτό και εγώ θα σας δώσω 50 δολάρια τη μία. Αλλά επειδή πρέπει να φύγω για την πόλη για δουλειές θα αναλάβει την αγοροπωλησία ο βοηθός μου.”
Ο βοηθός φωνάζει τους χωρικούς και τους λέει: “Κοιτάξτε τι έκανε ο Χάρης. Γέμισε ένα στάβλο γεμάτο με μαϊμούδες. Θα σας τις πουλήσω εγώ για 35 δολάρια τη μία και όταν γυρίσει ο Χάρης τού τις πουλάτε εσείς για 50 δολάρια τη μία.»
Οι χωρικοί στριμώχτηκαν μάζεψαν όλες τις οικονομίες τους και αγόρασαν όλες τις μαϊμούδες.
Δεν ξαναείδαν ούτε το βοηθό ούτε το Χάρη.
Καλώς ήρθατε στη Wall Street.
(Από το διαδίκτυο)
Μικρή Ιστορία (2). Η αγριοτριανταφυλλιά, ο Έρωτας και η Τρέλα.
Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος τής Γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες τού ανθρώπου. Η Τρέλα αφού συστήθηκε τρεις φορές στην Ανία τής πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει, ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε:
«Τι είναι το κρυφτό;»
Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια -την οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτε- να παίξουν κι αυτοί.
Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν: Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και η Δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει.
«Ένα, δύο, τρία», άρχισε να μετράει η Τρέλα.
Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά. Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε. Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στη σκιά τού Θριάμβου, ο οποίος με τη δύναμή του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.
Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί, γιατί κάθε μέρος που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της, οπότε το άφηνε ελεύθερο. Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα. Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο γι’ αυτόν. Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού. Το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο. Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε μια φουντωτή αγριοτριανταφυλλιά και κρύφτηκε εκεί.
«… 1000», μέτρησε η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει. Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά. Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με το Θεό για Θεολογία. Ένιωσε το ρυθμό του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε τη Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει και το Θρίαμβο. Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί.
Σιγά-σιγά τους βρήκε όλους εκτός από τον Έρωτα. Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα. Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε μια αγριοτριανταφυλλιά και άρχισε να την κουνάει νευρικά ώσπου άκουσε ένα βογκητό πόνου. Ήταν ο Έρωτας που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα τού είχαν πληγώσει τα μάτια.
Η Τρέλα δεν ήξερε πώς να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός τού Έρωτα.
Κι έτσι από τότε ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός και η Τρέλα πάντα τον συνοδεύει…
Την Τρέλα και τον Έρωτα σίγουρα τους γνωρίζετε. Αν όμως δεν γνωρίζετε την αγριοτριανταφυλλιά αρκεί να πάτε στο μέρος που παίχτηκε το κρυφτούλι: στο Βαλκανικό Βοτανικό Κήπο Κρουσσίων. Η rosa canina (αγριοτριανταφυλλιά) βρίσκεται καταμεσής του Κήπου των Αισθήσεων και όχι μακριά από το μονοπάτι των Δρυάδων.
(Η ιστορία αυτή κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο ανυπόγραφη. Την “πείραξα” λίγο για τις ανάγκες του Κήπου.)
Το ποδήλατο (3). Η ιστορία της Μαρίας.
Αντί ποδηλάτου … ο ύπουλος ποδηλάτης.
Γεννήθηκα και έζησα τα παιδικά μου χρόνια στη Φρανκφούρτη της Γερμανίας. Μια μέρα λοιπόν στην ηλικία των 7, σκανταλιάρα και άτακτη ως συνήθως, με μάλωσαν για τα καλά για μια ζημιά που έκανα. Θύμωσα τόσο πολύ που φώναξα: «Έτσι; Θα φύγω και θα με ψάχνετε για μέρες!». Αφού λοιπόν έκλεισα πίσω μου δυνατά την πόρτα, προχώρησα δυο βήματα και είχα ήδη μετανιώσει για τη βλακώδη συμπεριφορά μου. Δεν ήθελα όμως να γυρίσω πίσω γιατί θα γελούσαν όλοι και προτίμησα να συνεχίσω να περπατάω. Πήρα λοιπόν ένα δρόμο, ο οποίος ακολουθεί τον ποταμό Nidda (παραπόταμος του Δούναβη) και κάποια στιγμή βρέθηκα τριγυρισμένη από απέραντο γρασίδι, πάρκα και δέντρα. Που και που περνούσε καμιά μητέρα με το καρότσι της ή κανένας αθλητής τρέχοντας, αλλά σε γενικές γραμμές υπήρχε νέκρα. Και ενώ ήμουν βυθισμένη στη σκέψη μου προσπαθώντας να σκεφτώ δικαιολογία για το γυρισμό μου, με σταματάει ένας κύριος όντας πάνω στο ποδήλατό του. «Ανέβα να πάμε μια βόλτα» μου λέει. Εγώ κοκάλωσα. «Από πού βρέθηκε αυτός στα ξαφνικά και τι θέλει από μένα;» σκέφτηκα. «Όχι, βιάζομαι, γιατί η μαμά μου με περιμένει λίγο πιο εκεί.» του λέω χωρίς να είμαι σίγουρη ότι τον έπεισα. «Μα έχω και καραμέλες και ζαχαρωτά, έλα …» Μόλις άκουσα τις καραμέλες τρομοκρατήθηκα. Άρχισα να τρέχω σαν τρελή. Κάποια στιγμή τον είδα με την άκρη του ματιού μου να με ακολουθεί. Κάτι μου φώναζε … Άρχισα να τρέχω ποιο δυνατά και να διασχίζω το γρασίδι και δύσκολα σημεία ώστε αυτός να δυσκολεύεται. Τελικά εγκατέλειψε! Έφτασα στο σπίτι λαχανιασμένη, έτοιμη να βάλω τα κλάματα. Διηγήθηκα την ιστορία στους δικούς μου, μήπως και με συμπονέσουν, αλλά πάλι με μάλωσαν για την απερισκεψία μου που έφυγα. Αυτή τη φορά όμως δεν με ένοιαζε: μου έφτανε που βρισκόμουν στο ΣΠΙΤΙ, το ασφαλές γεμάτο αγάπη σπίτι! Νιώθω πολύ τυχερή που δεν μου συνέβη κάτι κακό εκείνη την ημέρα και νομίζω πως το περιστατικό αυτό ήταν καθοριστικό τόσο για την μετέπειτα ωρίμανσή μου όσο και για την συμπεριφορά μου.
Το ποδήλατο (2). Η ιστορία της Μάγδας.
Η δική μου “ποδηλατική” ιστορία έχει ως εξής:
Στην ηλικία – περίπου – της Δ’ Δημοτικού, θέλοντας ο μπαμπάς μου να με επιβραβεύσει για τις μαθητικές μου επιδόσεις, μου αγόρασε ένα καινούριο ποδήλατο, χρώματος αστραφτερού μπλε, “κανονικό” χωρίς βοηθητικές ρόδες. Να σας πω, επίσης, ότι στην παρέα μου είχαν όλοι μάθει ποδήλατο και ήμουν η μόνη που προσπαθούσε να τους ακολουθήσει με τον περιορισμό όμως της βοηθητικής ρόδας. Ξεχώριζα, λοιπόν, από τους υπόλοιπους γιατί δεν είχα τη δική τους ταχύτητα και ελευθερία κινήσεων. Έτσι ανυπομονούσα, και εγώ με τη σειρά μου, να ενταχθώ στο σύνολο και να γίνω ίδια και καλύτερη από τους υπόλοιπους. Καλοκαίρι λοιπόν, Ιούνιος μήνας, στο Πευκί, παραθαλάσσιο, τουριστικό χωριό της Β. Εύβοιας και έχει ο μπαμπάς μου τη φαεινή ιδέα, μετά από κάποιες πρόβες στην αυλή του σπιτιού μου και αφού διαπίστωσε και αυτός και εγώ ότι όχι μόνο ισορροπώ, αλλά ότι μπορώ πλέον να το οδηγώ, να με πάει στην παραλία, όπου γίνεται η απογευματινή περατζάδα, γνωστή και ως νυφοπάζαρο. Η επιλογή δεν ήταν άσχημη και συμφώνησα και εγώ γιατί ήταν ακίνδυνο μέρος (ευθεία, χωρίς αυτοκίνητα) και το κυριότερο, κομβικό σημείο για τις μετέπειτα εξορμήσεις της παρέας μου. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί την άδοξη συνέχεια; Επιδεικνύοντας λοιπόν σε όλους (παρέα, γνωστούς κ.λπ.) τόσο το καινούριο ποδήλατο, όσο και τις επιδόσεις μου στο άθλημα, μου επιτέθηκε ένα σκυλί, έπεσα, χτύπησα και το χειρότερο ήταν ότι αισθάνθηκα ότι έγινα ο περίγελος όλων των παρευρισκομένων. Αυτό βέβαια στάθηκε ικανό να με αναχαιτίσει για καμιά εβδομάδα, όχι περισσότερο. Έμαθα να οδηγώ ποδήλατο αρκετά καλά, χωρίς όμως ποτέ να είμαι η καλύτερη της παρέας.
Σε κάθε περίπτωση, ήταν αξέχαστη εμπειρία.
Μπορείτε κι εσείς να στείλετε την ποδηλατική ιστορία σας!