Πρώτη δημοσίευση 7 Μαρτίου 2010

Γιατί μας… βαράει ο έρωτας στο κεφάλι;

——————————————————————————————-

οι προϋποθέσεις της ερωτικής αποπλάνησης

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗ – Ελευθεροτυπία

Οραση, όσφρηση, αφή, ακοή, υπακούουν τυφλά στις γονιδιακές και εγκεφαλικές επιλογές «μας». Ολες μας οι αισθήσεις συνωμοτούν, κυριολεκτικά πίσω από την πλάτη μας, για να πέσουμε στη παγίδα του… έρωτα.

Τα ερωτήματα αυτά απασχολούσαν ανέκαθεν τους ανθρώπους, χωρίς δυστυχώς να καταφέρουν ποτέ να βρουν μία συγκεκριμένη, πόσω μάλλον την οριστική απάντηση που να ισχύει για όλους. Μέχρι σήμερα, το λεγόμενο «μυστήριο» του έρωτα αντιστέκεται σθεναρά σε κάθε προσπάθεια αντικειμενικής ή υποκειμενικής κατανόησης και εκλογίκευσής του.

Γιατί μεταξύ όλων των ανθρώπων επιλέξαμε τον ή τη συγκεκριμένη ερωτική σύντροφο και όχι κάποιον άλλο; Ποια φυσικά, ψυχολογικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά καθόρισαν την επιλογή μας αυτή; Υπάρχουν, τελικά, ορισμένα γνωρίσματα -τα οποία οφείλει να έχει οπωσδήποτε κάποιος ή κάποια για να μας σαγηνεύσει ερωτικά; Και αν ναι, ποια είναι αυτά;

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η επιστημονική έρευνα καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες για τη διερεύνησή του: ανθρωπολόγοι, γενετιστές, ψυχολόγοι, νευροεπιστήμονες, εξελικτικοί βιολόγοι -για να μην αναφέρουμε τους ψυχαναλυτές, τους ψυχοθεραπευτές ή τους σεξολόγους- επιχειρούν να διαφωτίσουν ό,τι σκοτεινό έχει απομείνει από τη ρομαντική μας αντίληψη περί έρωτος.

Τα ανθρώπινα όντα όταν εξετάζονται σε «εργαστηριακές συνθήκες» συμπεριφέρονται ερωτικά όπως περίπου και όλα τα άλλα ανώτερα θηλαστικά. Και το γεγονός ότι το είδος μας εξακολουθεί να υπάρχει σημαίνει, προφανώς, ότι η πολύχρονη εξελικτική διαδικασία μάς έχει προικίσει με τα απαραίτητα «εργαλεία» για να επιλέγουμε τον ερωτικό μας σύντροφο με βάση το αναπαραγωγικό μας συμφέρον: για να κάνουμε δηλαδή μαζί του υγιή παιδιά. Σε τελευταία ανάλυση, αυτό το αναπαραγωγικό κριτήριο υπερτερεί σαφώς και στατιστικά βαραίνει περισσότερο από κάθε άλλο κριτήριο (π.χ. οικονομικά συμφέροντα) στην επιλογή του συντρόφου μας.

Η νευροβιολογία του έρωτα

Απ’ ό,τι φαίνεται, σε λίγα χρόνια στο λήμμα «έρωτας» των ενημερωμένων λεξικών θα διαβάζουμε: «Σφοδρή αλλαγή της εγκεφαλικής δραστηριότητας που προκαλείται από την έκλυση μεγάλης ποσότητας ειδικών νευροδιαβιβαστών (ντοπαμίνης, ωκυτοκίνης, βασοπρεσίνης) με απώτερο στόχο την προώθηση της αναπαραγωγικής λειτουργίας».

Εχετε κάθε δικαίωμα να θεωρήσετε αυτόν τον ορισμό κάπως «άχρωμο» ή ίσως υπερβολικά «περιοριστικό», όχι όμως και ανακριβή! Εφόσον δεν ανήκετε στην ιδιόρρυθμη κατηγορία των ανθρώπων που αυθαίρετα θεωρούν πως όλες οι πρόσφατες ανακαλύψεις της νευροεπιστήμης γι’ αυτό το αινιγματικό βιο-ψυχολογικό φαινόμενο είναι εσφαλμένες, τότε οφείλετε να παραδεχτείτε ότι αυτός ο «ψυχρός» ορισμός συνοψίζει ικανοποιητικά τις σημερινές επιστημονικές μας απόψεις και δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα, τουλάχιστον από τη «στενή» αλλά αντικειμενική πραγματικότητα των νευροεπιστημών.

Πράγματι, από όλες τις πρόσφατες έρευνες προκύπτει ότι στη μακρά εξελικτική ιστορία του είδους μας ο εγκέφαλός μας ανέπτυξε τρία διαφορετικά -τόσο από λειτουργική όσο και από ανατομική άποψη- συστήματα που καθορίζουν την ερωτική μας συμπεριφορά και τελικά εγγυώνται την επιτυχή αναπαραγωγή μας.

Το πρώτο εγκεφαλικό ερωτικό σύστημα σχετίζεται με τη σεξουαλική έλξη και την επιθυμία που μας ωθεί στο να ζευγαρώνουμε. Το δεύτερο επιτρέπει την ανάδυση του «ρομαντικού έρωτα», εδραιώνει την ερωτική σχέση και μας παρέχει τα αναγκαία κίνητρα για να αφιερώνουμε πολύ χρόνο και ενέργεια στον ερωτικό μας σύντροφο. Τέλος, το τρίτο εγκεφαλικό σύστημα διασφαλίζει τη μακροχρόνια σχέση με τον σύντροφό μας.

Μάλιστα, έχει πολλαπλώς διαπιστωθεί ότι η ιδιαίτερη παρέμβαση και εξειδικευμένη λειτουργία αυτών των διαφορετικών εγκεφαλικών συστημάτων βασίζεται πάντα στη διαφοροποιημένη παραγωγή συγκεκριμένων εγκεφαλικών μορίων, κυρίως ορμονών. Ετσι, για παράδειγμα, η έντονη σεξουαλική έλξη που νιώθουμε για κάποιον ή κάποια εξαρτάται άμεσα από την απελευθέρωση μεγάλων ποσοτήτων τεστοστερόνης, ενώ η ερωτική έκσταση που βιώνουμε καθορίζεται κυρίως από την ποσότητα ντοπαμίνης που εκλύεται στον εγκέφαλο, σε συνδυασμό με τα χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης. Ενώ η «μονιμοποίηση» της ερωτικής σχέσης στο χρόνο εξαρτάται από την αυξημένη παραγωγή μιας άλλης ορμόνης, της ωκυτοκίνης στις γυναίκες και της βασοπρεσίνης στους άνδρες.

Μήπως η επιστήμη σκοτώνει τον έρωτα;

Και τι έχει απομείνει από το ερωτικό πάθος, αυτό το «μυστηριώδες» συναίσθημα που το έχουν εξυμνήσει με το εμπνευσμένο τους έργο τόσοι καλλιτέχνες και ποιητές; Το μεγαλύτερο ίσως «μυστήριο» στις ανθρώπινες σχέσεις, δηλαδή η επιθυμία να υπερβούμε τον εαυτό μας μέσα από τη ερωτική μας σχέση με τον άλλο, αποδομείται συστηματικά και ανάγεται στην «ανούσια» μηχανική των βιομορίων. Μήπως, εν τέλει, έχουν δίκιο όσοι ισχυρίζονται ότι η λογική σκέψη, και συνεπώς η επιστήμη, σκοτώνει τον έρωτα;

Μάλλον όχι! Το σφάλμα που διαπράττουν συστηματικά τόσο οι αυτόκλητοι ιππότες του έρωτα όσο και οι επιστημονικά πεφωτισμένοι «αναγωγιστές» είναι ότι συγχέουν τα ερωτικά βιώματα και πάθη με τους μηχανισμούς που τα παράγουν.

Λες και το να γνωρίζει κανείς τους μηχανισμούς της πέψης σημαίνει ότι έχει χάσει τη δυνατότητα να απολαμβάνει τα θεσπέσια εδέσματα, ή, αντιστρόφως, ότι η ικανότητα να απολαμβάνει τα εδέσματα εξαρτάται από το αν γνωρίζει επακριβώς τη λειτουργία των πεπτικών ενζύμων.

Οσο τέλεια κι αν γνωρίσουμε τους εγκεφαλικούς μηχανισμούς του έρωτα, τελικά αυτός, εκ φύσεως αιθέριος, πάντα θα μας διαφεύγει. Και αυτό όχι για κάποιους υπερφυσικούς λόγους, αλλά, αντίθετα, εξ αιτίας της βαθύτερης φύσης και λειτουργίας του.

Με άλλα λόγια, είμαστε από τη φύση μας προγραμματισμένοι να δημιουργούμε ερωτικές σχέσεις και να βιώνουμε τα ερωτικά πάθη που αυτές συνεπάγονται. Πέρα όμως από τα εφήμερα ερωτικά πάθη και παθήματα, η διαχρονική αξία του έρωτα είναι ότι εξασφαλίζει και εγγυάται την επιβίωσή μας, όχι βέβαια ως ατόμων αλλά ως είδους. Ισως η αλχημεία του έρωτα να υπερβαίνει τη χημεία του εγκεφάλου που τον παράγει.

2 – 09/08/2008
——————————————————————————————————————————————–
———————————————————————————————————————————————-