Εφηβεία, δεύτερο τεύχος

Συλλογικό έργο

Επιμέλεια: Τσιάντης, Γιάννης

Εκδοτικός Οίκος: ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ

Έτος έκδοσης: 3/2003

Σελίδες: 357

ISBN: 9789600334777

Σύντομη περιγραφή

Στο δεύτερο τεύχος του τόμου για την εφηβεία παρουσιάζονται μερικά θέματα σχετικά με την κλινική ψυχιατρική της εφηβείας, οι ατομικές ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις των ψυχικών διαταραχών της εφηβείας, η ομαδική ψυχοθεραπεία για παιδιά και εφήβους, καθώς και η ψυχοφαρμακολογία σε ψυχωτικές διαταραχές της παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Η έκδοση αυτή απευθύνεται κυρίως σε παιδοψυχιάτρους, ψυχιάτρους, παιδιάτρους και γενικούς γιατρούς, τόσο κατά τη διάρκεια της ειδίκευσής τους αλλά και μετά το τέλος της, καθώς και σε ψυχολόγους. Επίσης απευθύνεται σε φοιτητές Ιατρικής, Νοσηλευτικής, Ψυχολογίας και φοιτητές Παιδαγωγικών Τμημάτων, Νηπιαγωγών και Δημοτικής Εκπαίδευσης. Μεταπτυχιακούς φοιτητές των παραπάνω σχολών, όπως και σε σπουδαστές των σχολών επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας των ΤΕΙ. Θα είναι επίσης χρήσιμη σε ψυχοθεραπευτές, εκπαιδευτικούς, κοινωνικούς λειτουργούς, νοσηλευτές και σε άλλους επαγγελματίες που εργάζονται στους τομείς «υγεία», «ψυχική υγεία» του παιδιού και της οικογένειας. Οι συνεργάτες αυτής της έκδοσης είναι ακαδημαϊκοί δάσκαλοι, Έλληνες αλλά και από άλλες χώρες, καθώς και έμπειροι κλινικοί στο χώρο της ψυχικής υγείας. Ελπίζουμε ότι η έκδοση αυτή θα αποτελέσει ένα ερέθισμα για περαιτέρω μελέτη και έρευνα στα σχετικά θέματα στον ελλαδικό χώρο.

——————————————————————————————-

Εφηβεία, Β1

Συλλογικό έργο

Εκδότης: Καστανιώτης

Επιμέλεια: Τσιάντης, Γιάννης

Αριθμός Σελίδων: 315

Έτος Έκδοσης: 01-1998

Η έκδοση αυτή απευθύνεται κυρίως σε παιδοψυχίατρους, ψυχίατρους, παιδίατρους και γενικούς γιατρούς, τόσο κατά τη διάρκεια της ειδίκευσής τους αλλά και μετά το τέλος της, καθώς και σε ψυχολόγους. Επίσης απευθύνεται σε φοιτητές Ιατρικής, Νοσηλευτικής, Ψυχολογίας και φοιτητές Παιδαγωγικών Τμημάτων, Νηπιαγωγών και Δημοτικής Εκπαίδευσης, καθώς και σπουδαστές των σχολών επαγγελμάτων Υγείας και Προνοίας των ΤΕΙ.

——————————————————————————————-

Για να γνωρίσουμε τον επιμελητή και συγγραφέα:

Ιωάννης Τσιάντης ή η ζωντανή ιστορία της παιδοψυχιατρικής

Συνέντευξη στην Παπαδοπούλου Όλγα

Ο κύριος Ιωάννης Τσιάντης είναι ένας πολύ δύσκολος άνθρωπος. Και εξηγούμαι: Χωρίς να κάνει κάτι ιδιαίτερο, επιβάλλει την παρουσία και τους όρους τους κι αναγκάζει το συνομιλητή του να «υπακούσει» στα στάνταρ του. Έτσι έκανε και στην παρακάτω συνέντευξη. Καθόρισε τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο αν και πρέπει να πω, πως όλα αυτά έγιναν κυριολεκτικά κάτω από τη μύτη μου και τα συνειδητοποίησα εκ των υστέρων. Είχα τη δημοσιογραφική αποτυχία, να μην έχω το πάνω χέρι αλλά ταυτόχρονα τη χαρά ν’ ακούω ένα διακεκριμένο παιδοψυχίατρο να μιλάει για πράγματα ουσίας που αφορούν όλους όσους ασχολούνται με την ψυχική υγεία. Προσωπικές ερωτήσεις; Ούτε γι’ αστείο.

Αναπληρωτής καθηγητής στο νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία», με εξαιρετικό συγγραφικό έργο και με μια ποικιλία δραστηριοτήτων, όπως οι οργανώσεις ομιλιών και συνεδρίων. Παρόλα αυτά έμεινα εντυπωσιασμένη απ’ την απλότητα και τη σοβαρότητά του, όπως κι απ’ τον τρόπο που χειρίζεται το λόγο, με άνεση αλλά και τρομερή ευχέρεια. Ο κ. Ιωάννης Τσιάντης μου έκανε τη μεγάλη τιμή ν’ ανανεώσει το ραντεβού μας κάπου σύντομα στο μέλλον. Περιμένω με ανυπομονησία. Προς το παρόν, στις σελίδες που ακολουθούν, είναι όλος δικός σας.

Κύριε Τσιάντη τι έχετε να προτείνετε για την ευαισθητοποίηση της κοινότητας; Είναι ακόμη ο παιδοψυχίατρος ένα ταμπού, υπάρχει αρκετή εξοικείωση ώστε οι γονείς ν’ απευθυνθούν γρήγορα και έγκαιρα;

Φαντάζομαι ότι το νόημα της ερώτησης είναι αν πάει κανείς εύκολα στον παιδοψυχίατρο, γεγονός που σχετίζεται με την προκατάληψη που υπάρχει ακόμη στον τόπο μας. Ωστόσο, είναι κάτι που εξαρτάται από το γονιό, το μορφωτικό του επίπεδο, την κουλτούρα του ή την περιοχή απ’ όπου προέρχεται. Γενικά πιστεύω ότι στην Ελλάδα υπάρχει αρκετή προκατάληψη για θέματα ψυχικής υγείας. Παρόλο που έχουν γίνει και συνεχίζονται μεγάλες προσπάθειες για ενημέρωση και ευαισθητοποίηση, χρειάζεται τόσο η πολιτεία όσο και οι ειδικοί της ψυχικής υγείας να εξακολουθήσουν την προσπάθεια πάνω σ’ αυτόν τον τομέα. Οι γονείς, όταν τους προτείνει κάποιος να πάνε στον παιδοψυχίατρο και συνήθως αυτοί που αναφέρονται είναι οι παιδίατροι και οι εκπαιδευτικοί, σε πρώτο επίπεδο μπορεί να το αντιμετωπίσουν με δυσπιστία ή καχυποψία και αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο που το θέτει κανείς.

Έχει τύχει να έρθουν γονείς κατόπιν προτροπής του παιδιάτρου που ενώ έχουν πάει για τα κοιλιακά άλγη του παιδιού, ο γιατρός λέει πως «το παιδί δεν έχει τίποτα, πηγαίνετε να δείτε και έναν παιδοψυχίατρο». Αυτό είναι μια λάθος προσέγγιση γιατί έτσι ο γονιός έρχεται προετοιμασμένος ν’ ακούσει και από τον παιδοψυχίατρο πως το παιδί δεν έχει τίποτα. Εννοώ πως αν δεν υπάρχει οργανική βλάβη, συνεπάγεται πως δεν τίθεται πρόβλημα, αν και ξέρουμε πως στις ψυχοσωματικές διαταραχές πολύ συχνά, συγκρούσεις ψυχικές, συγκρούσεις στην οικογένεια, εκφράζονται μέσα από σωματικά συμπτώματα. Ένα λοιπόν ζήτημα είναι η προετοιμασία. Για παράδειγμα, αν ένας δάσκαλος πει στους γονείς να επισκεφθούν έναν παιδοψυχίατρο γιατί το παιδί έχει δυσκολίες στη μάθηση κι αυτό λέγεται ή φαίνεται να λέγεται με τρόπο τιμωρητικό, θα υπάρξει πάλι δυσκολία στη θετική απόφαση από την πλευρά τους. Όμως πρέπει να πω, πως από τότε που κάνω παιδοψυχιατρική στην Ελλάδα κι είναι περίπου τριάντα χρόνια, υπάρχει διαφορά, ο κόσμος είναι πιο έτοιμος να ζητήσει τη γνώμη από τον παιδοψυχίατρο όχι μόνο για θέματα που έχουν σχέση με την εκδήλωση συμπτωμάτων αλλά και για ζητήματα πρόληψης. Θ’ αναφέρω ένα παράδειγμα νέων γονιών που ζήτησαν τη γνώμη μου. Ενώ η μητέρα ήταν έγκυος και είχαν την εμπειρία ήδη ενός παιδιού, ήθελαν να τους συμβουλεύσω πώς θα ενημερώσουν το τρίχρονο παιδάκι τους για το αδερφάκι που έρχεται. Αυτό δείχνει μία στροφή στη στάση των γονιών. Πιστεύω επομένως ότι ο παιδοψυχίατρος δεν είναι το ταμπού που ήταν παλιά αλλά χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια για την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, έτσι ώστε η βοήθεια να είναι έγκαιρη και αποτελεσματική.

Θα θέλατε να μας πείτε την άποψή σας για τη χορήγηση φαρμάκων σε παιδιά και εφήβους;

Είναι πραγματικά πολύ σημαντικό θέμα, χρειάζεται να πω ότι προσωπικά είμαι επιφυλακτικός στη χορήγηση φαρμάκων. Πρέπει να ξεχωρίσω τα παιδιά απ’ τους εφήβους γιατί υπάρχει διαφορετική φάση ανάπτυξης. Το παιδί είναι ένας αναπτυσσόμενος οργανισμός, οι συνάψεις δεν έχουν ωριμάσει και ξέρουμε ότι τα φάρμακα δεν είναι αποτελεσματικά. Όμως κάποια φάρμακα είναι αναγκαίο να χορηγηθούν, όταν υπάρχουν ενδείξεις, ιδιαίτερα στην εφηβεία.

Τα τελευταία χρόνια γίνονται μεγάλες συζητήσεις γύρω από τη χορήγηση αντικαταθλιπτικών, στις Ηνωμένες Πολιτείες το FBA έχει δώσει έγκριση για χορήγηση σε παιδιά και κυρίως μία μορφή αντικαταθλιπτικών. Το ερώτημα είναι βέβαια από ποια ηλικία. Εκεί πάλι οι γνώμες διίστανται. Μερικοί λένε ότι μπορεί κανείς να δίνει φάρμακα από την ηλικία των πέντε ή έξι ετών και άλλοι πιστεύουν ότι κάτι τέτοιο είναι πρώιμο. Εγώ έχω και μία άλλη άποψη, πως όταν ενθαρρύνουμε τη χορήγηση φαρμάκων στα παιδιά είναι σα να δίνουμε ένα «άλλοθι» στους γονείς για να μην τα φροντίσουν. Αφήνουν δηλαδή τη φροντίδα των παιδιών στο φάρμακο και μένουν ήσυχοι πως έτσι θ’ αντιμετωπιστούν τα συμπτώματα. Χρειάζεται να πω πως η διχογνωμία αυτή υπάρχει και στους επιστημονικούς κύκλους και ξέρω ότι πρόσφατα είχε γίνει κι ολόκληρη συζήτηση στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Επομένως, ναι, μπορεί να δοθεί φάρμακο όταν υπάρχουν απόλυτες ενδείξεις, ασφαλώς όμως δεν είναι αρκετό, πρέπει απαραίτητα να γίνει και ψυχολογική παρέμβαση, είτε στο ίδιο το παιδί είτε στους γονείς. Ακόμη πρέπει να μιλήσω για έναν ισχυρό φόβο των γονιών πως αν τα παιδιά συνηθίσουν από μικρά σε φάρμακα μήπως αργότερα περάσουν στη χρήση ουσιών. Κάποια φάρμακα όπως αυτά που χορηγούνται στη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής είναι αποτελεσματικά, αλλά απαιτείται σωστή διάγνωση, με τον κατάλληλο τρόπο και φυσικά είναι απαραίτητη η παιδοψυχιατρική διάγνωση.

Ένα ακόμη θέμα, είναι κατά πόσο μπορούν να χορηγούν φάρμακα οι παιδίατροι, στην Αμερική απ’ όσο γνωρίζω αυτό γίνεται, αλλά πρόκειται για ένα λεπτό ζήτημα που σηκώνει μεγάλη συζήτηση. Μπορεί κανείς να πει ότι με την κατάλληλη εμπειρία κι εκπαίδευση, ένας παιδίατρος μπορεί να δώσει ψυχοφάρμακα. Άποψή μου είναι πως και στον τόπο μας πρέπει να κουβεντιαστεί μεταξύ των επιστημονικών φορέων δηλαδή μεταξύ της Παιδοψυχιατρικής και της Παιδιατρικής Εταιρείας.

Τελικά για να επιστρέψω λίγο πίσω, ο κίνδυνος της έξης που αναφέρατε πριν είναι υπαρκτός ή όχι;

Νομίζω όχι και όταν λέω έξη δεν εννοώ πως εθίζονται τα παιδιά σ’ αυτά τα φάρμακα, εθίζονται στην κουλτούρα των φαρμάκων. Η κουλτούρα των φαρμάκων συνδέεται με τη χρήση ουσιών.

– Η μακροχρόνια εμπειρία σας στο χώρο, σας κάνει αισιόδοξο ή το αντίθετο για τη θέση της παιδοψυχιατρικής σ’ επίπεδο κοινωνικής αποδοχής;

Πιστεύω ότι η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης σε θέματα ψυχικής υγείας έχει να κάνει με προγράμματα αγωγής υγείας. Αυτά τα προγράμματα μπορούν να εφαρμοστούν σε γιατρούς, εκπαιδευτικούς, ακόμη και σε γονείς. Είναι γνωστό από παλιά πως υπήρχε ο θεσμός της Σχολής γονέων, άρα είναι απαραίτητη η ενημέρωση των γονιών με οποιοδήποτε μέσο σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ομαλή ανάπτυξη του παιδιού. Αυτό μπορεί να γίνει αρχικά και σ’ ολόκληρη την κοινότητα αλλά και σ’ ευαίσθητες ομάδες. Εκείνο που έχει μεγάλη σημασία σχετικά με την παιδοψυχιατρική αλλά και άλλες ειδικότητες όπως των ψυχολόγων και των κοινωνικών λειτουργών είναι η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης και της πολιτείας όσον αφορά τα δικαιώματα του παιδιού.

Η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες που έχει υπογράψει τη σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, αν θέλετε στους διαδρόμους της Κλινικής θα δείτε σε ειδικό πλαίσιο τα κύρια σημεία της σύμβασης. Βεβαίως υπάρχουν δυσκολίες στον τόπο μας, κυρίως σε σχέση με το νομικό – δικαστικό σύστημα, υπάρχουν κενά παρόλο που γίνονται προσπάθειες, οι ανάγκες δεν καλύπτονται επαρκώς. Δεν υπάρχουν ανάλογες υπηρεσίες – οι περισσότερες είναι συγκεντρωμένες στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη και ως ένα σημείο αυτό είναι δικαιολογημένο μια και εκεί είναι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού – κι η πλειονότητα των υπηρεσιών κάνει κυρίως διαγνωστικό έργο ενώ το θεραπευτικό είναι περιορισμένο. Σχετικά δε με τα προγράμματα κοινωνικής πολιτικής, όντως υστερούμε. Επομένως οφείλουμε να δούμε την κοινωνική αποδοχή ως κάτι γενικότερο που ανήκει στην πολιτεία, στους φορείς και στους θεσμούς.

Ναι, υπάρχει μεγάλη αποδοχή, υπάρχουν κενά αλλά τα κονδύλια που δαπανώνται για την ψυχική υγεία του παιδιού, για προγράμματα παρέμβασης στο χώρο της πρόληψης είναι λίγα. Είναι απαραίτητο να γίνει μεγάλη επένδυση και φυσικά αυτό που έχει μεγάλη σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίο ξοδεύονται τα όποια κονδύλια. Είναι για κτίρια, για κατάλληλη εκπαίδευση των ειδικών; Εκεί είναι το κλειδί της διαδικασίας γιατί όταν μιλάμε για κοινωνική παραδοχή, μιλάμε στην ουσία για παροχή υπηρεσιών πρόληψης αλλά και βοήθειας ικανοποιητικού επιπέδου και φυσικά αυτό να φτάνει στα παιδιά σε όλη την επικράτεια.

Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον ν’ ακούσουμε πως θα συμβουλεύατε τους γονείς ν’ αντιμετωπίσουν την έκρηξη της εφηβείας.

Η εφηβεία είναι αυτή η γοητευτική φάση της ανάπτυξης, χαρακτηρίζεται από την τάση του εφήβου ν’ ανεξαρτητοποιηθεί, να βρει τον εαυτό του, να καταξιωθεί. Κάτι τέτοιο συνοδεύεται με την διάθεσή του να κατεβάσει τους γονείς από το υψηλό βάθρο που τους είχε, κάτι που είναι επώδυνο, δύσκολο ως διαδικασία και απαραίτητο. Η επαναστατικότητα στην εφηβεία που μπορεί να σχετίζεται μ’ όλα αυτά είναι μία φυσιολογική διαδικασία. Οι γονείς πρέπει να την αντέξουν, να δώσουν στον έφηβο τη δυνατότητα να κάνει λάθη, να τους κοντράρει. Αυτό όμως που πρέπει να ξέρουν είναι ότι δεν υπάρχει λόγος να το πάρουν ως προσωπική επίθεση ή μείωση, να κατανοήσουν πως είναι φυσιολογικό.

Το πώς εξελίσσεται η εφηβεία έχει μεγάλη σχέση με το πώς πήγαν τα πράγματα νωρίτερα, από τη στιγμή που το παιδί γεννιέται. Ό,τι δεν πάει καλά, εγγράφεται και συνήθως φαίνεται με την έναρξη της εφηβείας. Η Άννα Φρόιντ κάπου έχει πει ότι η εφηβεία αποτελεί τον καθρέφτη των προηγούμενων φάσεων της ανάπτυξης. Το παιδί που έχει ένα μικρό άγχος όταν πάει στον παιδικό σταθμό ή στο νηπιαγωγείο, εννοώ άγχος αποχωρισμού, μπορεί στην εφηβεία να έχει σχολική άρνηση. Ή το παιδί με δυσκολίες διατροφής, που σημαίνει εκτός των άλλων δυσκολίες σε σχέση με τους γονείς, να κάνει στην εφηβεία, ανορεξία. Επομένως το θέμα είναι οι γονείς ν’ αντέξουν τις αλλαγές που γίνονται και να θρηνήσουν και οι ίδιοι τον αποχωρισμό. Να θυμίσω ότι στην εφηβεία εκτός από την κρίση του εφήβου υπάρχει και η κρίση της μέσης ηλικίας των γονιών. Έτσι έχουμε δύο κρίσεις που συμπίπτουν και ίσως αποτελέσουν ένα γόνιμο έδαφος για ν’ αναπτυχθεί η παθολογία. Αν όμως είναι προετοιμασμένοι, βλέπουν ότι ο έφηβος έχει τη δική του γνώμη, ψάχνει τον εαυτό του και προσπαθεί να φτιάξει το δικό του σύστημα αξιών. Αν κατανοήσουν όμως πως αυτό είναι μία υγιής διαδικασία, και όχι πως έτσι εκείνοι μειώνονται, τότε τα πράγματα μπορεί να πάνε καλά και το παιδί θα βρει το δρόμο του. Οι γονείς θα πρέπει να είναι στηρικτικοί και παράλληλα να μπουν αν χρειάζεται σε αντιπαράθεση σε λογικά βέβαια πλαίσια. Να σας πω ένα παράδειγμα. Κάποτε έβλεπα μία οικογένεια με τον έφηβο γιο κι η συζήτηση άρχισε με επίθεση του πατέρα στον δεκαεξάχρονο λέγοντάς του ότι έχει αλλάξει ο χαρακτήρας, η συμπεριφορά του κι επιπλέον γυρνάει τα βράδια στις τρεις. Ο γιος του απάντησε «όχι στις τρεις, στις δώδεκα» δηλαδή υπήρχε μια διόγκωση της αντιπαράθεσης από την πλευρά του πατέρα. Επομένως πρέπει να υπάρχουν όρια αλλά σε λογικό επίπεδο και στο συγκεκριμένο παράδειγμα ήταν σα να έβαζε ο έφηβος τα όρια στον πατέρα.

Πείτε μας λίγα λόγια για την τηλεφωνική γραμμή βοήθειας

Η τηλεφωνική γραμμή βοήθειας είναι μία γραμμή με πανελλαδική εμβέλεια που έχει μπει σ’ εφαρμογή από τον Ιούνιο. Το νούμερο είναι ότι 801-801.1177. Ήταν ακόμη μία από τις σκέψεις μου για να προχωρήσουμε με την οργάνωση αυτής της υπηρεσίας, η οποία έχει ως στόχο να προσφέρει τηλεφωνικά γνώμες, συμβουλές, προτάσεις και διευκρινίσεις για ζητήματα ψυχικής υγείας που αφορούν παιδιά, γονείς, εφήβους, εκπαιδευτικούς και ειδικούς ψυχικής υγείας. Καλώντας ένα νούμερο – και δεν είμαστε οι μόνοι, υπάρχει ο ΟΚΑΝΑ, το ΚΕΘΕΑ, που είναι εξειδικευμένοι σε συγκεκριμένους τομείς – μπορούν να μιλήσουν με έμπειρους ειδικούς, όπως παιδοψυχίατρο, ψυχολόγο, παιδαγωγό και νοσηλευτή. Λειτουργεί καθημερινά από τις 8:30 πμ. ως τις 8:30 μμ. και το Σάββατο από τις 8:30 ως το μεσημέρι. Είναι, αν θέλετε, μία πρώτη γραμμή βοήθειας για κάποιον που επιθυμεί μία άμεση απάντηση για ζητήματα ανάπτυξης του παιδιού ή ερωτήματα που έχουν οι έφηβοι.

Ακόμη, τηλεφωνούν έφηβοι που πολλές φορές έχουν δυσκολίες επικοινωνίας με την οικογένεια και θέλουν να μοιραστούν το πρόβλημα. Ένα χαρακτηριστικό της γραμμής είναι η ανωνυμία, δεν είναι υποχρεωμένοι να δώσουν τα στοιχεία τους και θα έλεγα ότι στόχος μας πληθυσμιακά είναι οι έφηβοι. Είναι μία ευαίσθητη ομάδα που μπορεί πιο εύκολα να μιλήσει σε έναν τρίτο. Η τηλεφωνική συζήτηση επαναλαμβάνεται αν χρειαστεί και σε κάποιες περιπτώσεις οι γονείς ή οι έφηβοι έχουν τη δυνατότητα να έρθουν στο χώρο και να μιλήσουν στον ειδικό. Προσπαθούμε να βοηθήσουμε το γονιό να ξεπεράσει τις αντιστάσεις του κι αν είναι απαραίτητο ν’ απευθυνθεί στον ειδικό.

Υπήρξε ένα τηλεφώνημα από μια έφηβη που ήθελε να πει πως ήταν έγκυος. Ανήλικη, με πολύ άγχος και η παρέμβαση μας λειτούργησε καταλυτικά ενώ το ίδιο έγινε με μια άλλη έφηβη που είχε έναν αυτοκτονικό ιδεασμό και τη βοηθήσαμε να μιλήσει στους γονείς της, ώστε να καταφύγουν σ’ έναν ειδικό. Είναι κατά τη γνώμη μου μια πολύ χρήσιμη υπηρεσία που λειτουργεί προληπτικά. Μπορεί να βοηθήσει στην έγκαιρη διάγνωση και να κατευθύνει αυτόν που έχει ανάγκη στον κατάλληλο ειδικό. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που αρκεί μία τηλεφωνική συζήτηση για να δοθούν κάποιες πρώτες απαντήσεις. Βοηθάμε το γονιό να βρει μέσα του τις δυνάμεις που πρέπει και τον έφηβο ώστε να καταφέρει να τα βγάλει πέρα ο ίδιος. Ακόμη κάτι τελευταίο, η τηλεφωνική γραμμή βοήθειας έχει χρέωση μιας αστικής μονάδας, δεν υπάρχει καμιά οικονομική επιβάρυνση. Φορέας της γραμμής είναι μια εταιρεία ψυχοκοινωνικής υγείας του παιδιού και του εφήβου, η λειτουργία έχει γίνει με χορηγία, από έναν οργανισμό εκτός Ελλάδας, που για λόγους ευαισθησίας επιθυμεί να παραμείνει ανώνυμος.

Πείτε μας λίγα λόγια για το τι έγινε στο συνέδριο που οργανώσατε το Σεπτέμβριο, είστε ευχαριστημένος από την ανταπόκριση και πόσο θεωρείτε σημαντικές παρόμοιες διοργανώσεις;

Το συνέδριο που ήταν ευρωπαϊκό, ήταν μία ιδέα που είχαμε καιρό πριν και τελικά πραγματοποιήθηκε. Θεωρώ πως ήταν σημαντικό, πρώτα-πρώτα υπήρχε μεγάλη συμμετοχή, περίπου επτακόσια συνάδελφοι από είκοσι πέντε χώρες. Η ιδέα ήταν να έρθει κοντά η παιδοψυχιατρική με την ψυχιατρική ενηλίκων αν και δεν είμαι σίγουρος πόσο κάτι τέτοιο κατορθώθηκε. Απ’ την άλλη μεριά αναδείχτηκαν θέματα που έχουν σχέση με το ρόλο του γονιού στην ομαλή ανάπτυξη του παιδιού και στο πώς μπορεί να χρησιμεύσει ως σύμμαχος στη θεραπευτική διαδικασία του παιδιού. Παλιότερα ταυτιζόμασταν περισσότερο με το παιδί και τη δυσκολία του, σήμερα όμως πρέπει να δούμε τα πράγματα διαφορετικά.

Παράλληλα μέσα από το συνέδριο θίχτηκαν ζητήματα που σχετίζονται περισσότερο με την ανάγκη ενημέρωσης των ψυχιάτρων ενηλίκων όταν έχουν ν’ αντιμετωπίσουν γονείς με ψύχωση. Υπάρχει – όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ’ άλλες χώρες- η τάση να μη δίνεται το απαραίτητο βάρος, στο να δουν οι γιατροί το πώς μπορεί να βοηθηθεί το παιδί που έχει ψυχωσικό γονιό. Συχνά ο γονιός υποτροπιάζει, αυτό είναι ένα ακόμη πρόβλημα, κι όντως είχαμε εξαιρετικά ενδιαφέρουσες παρουσιάσεις. Διαπιστώθηκε η ανάγκη να λαμβάνονται πάρα πολύ υπ’ όψιν οι ανάγκες του παιδιού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ν’ ακούγεται η φωνή του και να του δίνεται η δυνατότητα να μιλήσει για τα συναισθήματά του. Συγχρόνως ν’ αναγνωρίσουμε τα δικαιώματα του γονιού γιατί δε σημαίνει πως αν υπάρχει μία ψυχική διαταραχή είναι ανίκανος ν’ ασκήσει τα γονεϊκά του δικαιώματα. Οι στατιστικές δείχνουν ότι πάρα πολλοί γονείς με ψυχικές διαταραχές έχουν παιδιά που χρειάζονται βοήθεια, κάτι που οφείλουμε και μπορούμε να κάνουμε. Το ίδιο ισχύει θα πρόσθετα και στις περιπτώσεις που υπάρχει ενδοοικογενειακή βία, όπως στα κακοποιημένα παιδιά, όπου οι γονείς πρέπει να αντιμετωπίσουν το νόμο αλλά χρειάζεται να τους δώσουμε κι εμείς την κατάλληλη βοήθεια. Με την ίδια λογική πρέπει να σκεφτόμαστε τα παιδιά που έχουν γονείς στη φυλακή ή γονείς που κάνουν χρήση ουσιών ή τα παιδιά των μειονοτήτων. Πρέπει να τονίσω τον τεράστιο ρόλο που μπορεί να παίξει η εκπαίδευση. Σε γενικές γραμμές το συνέδριο είχε μεγάλη επιτυχία και υπολογίζουμε να βγει και μια έκδοση με επιλεγμένες παρουσιάσεις και ομιλίες συναδέλφων.

Κύριε Τσιάντη, σας ευχαριστώ πολύ, η συζήτησή μας είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.

Πηγή: http://www.paidiko-ergastiri.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=66&Itemid=124

——————————————————————————————-

Advertisements