Αταβισμός: όταν η λογοτεχνία δανείζεται ένα όρο της ψυχολογίας


Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το μεγαλειώδες μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη, με τίτλο «EROICA», το οποίο γράφτηκε το 1938 και αποτέλεσε σταθμό στη νεοελληνική λογοτεχνία. Συγκαταλέγεται μεταξύ των έργων των Παπαδιαμάντη, Καρκαβίτσα, Καζαντζάκη, Κονδυλάκη και άλλων της εποχής πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, θεωρείται, δε, το κορυφαίο και αντιπροσωπευτικό έργο της γενιάς του ’30. Μέσα από έντονους διαλόγους και στοιχεία νατουραλιστικά, ο Πολίτης μας διηγείται το πέρασμα στην ωριμότητα μίας παρέας εφήβων στη δεκαετία του ‘30 σε μία φανταστική επαρχιακή πόλη με σημάδια αστικοποίησης. Κύριο θέμα, η ζωοποιός ορμή του έρωτα και κεντρικοί πρωταγωνιστές ο Αλέκος, από την πλευρά των αγοριών, και η πανέμορφη κόρη του άγγλου προξένου, η Μόνικα.

Διαβάζουμε την αντιπροτελευταία σελίδα του έργου, όπου τελικά ο Αλέκος ολοκληρώνει τον κύκλο των αναζητήσεων της ψυχής και του σώματος και επιτυγχάνει την πολυπόθητη ερωτική επαφή με τη Μόνικα. Και για τους δύο θα είναι η πρώτη φορά, αλλά για τον Αλέκο και η τελευταία, διότι στο τέλος του έργου πεθαίνει. Ο συγγραφέας περιγράφει αισθαντικά τη σκηνή της ένωσής τους και την ολοκλήρωση της πράξης και χρησιμοποιεί περίτεχνα τον όρο «αταβισμός» για να περιγράψει την έξαψη και την αλληλουχία των ερωτικών κινήσεων κατά τη σκηνή της συνουσίας.

 

… Της έσφιξε τη μέση. Έγειρε εκείνη προς τα πίσω. Έτρεμε όπως νατανε γυμνή. Και όμως το κορμί της έκαιγε, σα να έλυωνε στα χέρια του. … Κυλιστήκανε πάνω στους μενεξέδες… – Ανάξιο κορμί! … Ποιον άλλον θα έβρισκες, μονάχα εγώ, μονάχα εγώ…

… Τα χέρια του μαλάζανε, τρυπώνανε ανίδεα, οδηγημένα από τον αταβισμό του φύλου… σε έναν ύστατο σπασμό, λυτρώθηκε από τον έρωτά του μέσα στη Μόνικα. Χυνότανε στην απεραντοσύνη, εδώ τελείωνε ο κόσμος. Ούτε ένας ήχος πια. Τα μάτια τους ήταν γεμάτα έκσταση και τρόμο.

Πώς, λοιπόν το αγόρι γνώριζε πώς έπρεπε να εκφραστεί πάνω στο σώμα της κοπέλας; Του το είχε διδάξει κανείς; Ελλείψει εξωγενών προσλαμβανουσών, ενεργοποιείται και λειτουργεί ο αταβισμός, ο οποίος ορίζεται, ως η εμφάνιση ενός ή περισσότερων χαρακτηριστικών ενός προγόνου σ’ ένα απόγονο, χαρακτηριστικά που είχαν εξαφανιστεί επί δυο γενιές. Η εμφάνιση του αταβισμού οφείλεται στον τυχαίο συνδυασμό γονιδίων που έχει ως αποτέλεσμα την επανεμφάνιση λησμονημένων χαρακτηριστικών. Ο αταβισμός ερμηνεύει την εμφάνιση χαρακτηριστικών σε πλάγιους συγγενείς, τα οποία λείπουν από τους άμεσους προγόνους και παρατηρείται και στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά. Η λέξη προέρχεται από το λατινικό atavus που σημαίνει τον προπάππο (wikipedia).

 

Τίθενται λοιπόν ορισμένα ενδιαφέροντα  ερωτήματα προς διερεύνηση:

Που θα εντασσόταν ο αταβισμός στην κατά Φρόιντ ερμηνεία;

Είναι ο αταβισμός κομμάτι του ID;

Που θα εντασσόταν ο αταβισμός στην κατά Γιουγκ ερμηνεία;

 

Ο Μανώλης Χαλκιαδάκης έγραψε! Πράγμα το οποίο είναι «αρκούντως μεν διδακτικόν, πάνυ γε ωφέλιμον» (Πλάτων στον Πρωταγόρα)

* αταβισμός αρσενικό

  1. το βιολογικόφαινόμενο της κληρονόμησης ιδιοτήτων από πρόγονο που απέχει δύο ή περισσότερες γενιές,
  2. η επανεμφάνιση ιδεών, συμπεριφορών, μεθόδων κ.λπ. που είχαν ξεχαστεί και θεωρούσαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν.

(Πηγή: Βικιλεξικό)

Advertisements

2 thoughts on “Αταβισμός: όταν η λογοτεχνία δανείζεται ένα όρο της ψυχολογίας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s