Του Σταύρου Κατσούρα* στην εφημερίδα «Η ΑΥΓΗ»

Η εισαγωγή του επαγγελματικού προσανατολισμού στην Ελλάδα έγινε καθυστερημένα και η προβληματική εφαρμογή του συνδέεται με τις παθογένειες της οικονομίας, του πολιτικού και του εκπαιδευτικού συστήματος. Η αναπαραγωγή της διασύνδεσης της ευκαιρίας απασχόλησης με την πολιτική τοποθέτηση, η στρεβλή ανάπτυξη χαμηλού εργατικού κόστους, η προγονοπληξία και ο συντηρητισμός είναι μερικές πτυχές αυτών των παθογενειών. Ειδικά ο σχολικός επαγγελματικός προσανατολισμός επιχειρήθηκε να λειτουργήσει ως μηχανισμός ενίσχυσης της ροής του μαθητών προς τη μονίμως υποβαθμισμένη τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση, μια επιλογή που συστηματοποιήθηκε στην κωμικοτραγική «μεταρρύθμιση Αρσένη».

Την ίδια περίοδο ενισχύθηκε η πολύπλευρη νεοφιλελεύθερη επίθεση στην εργασία και την εκπαίδευση και αξιοποιήθηκαν τεράστιοι πόροι του Β΄ και του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης. Το εκπαιδευτικό σύστημα όφειλε να ιδιωτικοποιηθεί και κυρίως να προσαρμοστεί στην «αγορά», ο άνεργος να συνειδητοποιήσει τις ανεπάρκειες του, να καταρτιστεί και να προσαρμοστεί, όλοι να προστρέχουν σε μια «διά βίου μάθηση» χωρίς δικαιώματα και εγγυήσεις, σε έναν κόσμο αβεβαιότητας και ευελιξίας. Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκαν μια σειρά δομών και υπηρεσιών (Κέντρα Συμβουλευτικής και Κατάρτισης, Κέντρα Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού-ΚΕΣΥΠ, Γραφεία ΣΕΠ, ΚΠΑ, ΓΡΑΣΥ, ΚΥΑ κ.λπ.) και σχετικών εργαλείων (τεστ, ηλεκτρονικές σελίδες κ.λπ.) εντός και εκτός σχολείου. Η «σύνδεση κατάρτισης και απασχόλησης», η «εξατομικευμένη προσέγγιση», η «διαρθωτική ανεργία» και η «απασχολησιμότητα» ήταν οι κύριοι ιδεολογικοί άξονες συγκρότησης ενός νεοφιλελεύθερου «ψυχολογισμού» για την προσαρμογή στις απαιτήσεις της «αγοράς».

Ωστόσο, η ανωτέρω πολιτική μόνο εν μέρει εφαρμόστηκε στην πράξη, λόγω των αγώνων του εκπαιδευτικού και εργατικού κινήματος αλλά και λόγω της παροιμιώδους ανικανότητας των πολιτικών προϊσταμένων και των υποταγμένων «ημετέρων» τους. Ειδικά στα σχολεία η εφαρμογή διαδικασιών συμβουλευτικής και προσανατολισμού, παρά τις ανεπάρκειες και στρεβλώσεις του θεσμού, εξυπηρετούσε ανάγκες ενημέρωσης, έκφρασης, ενίσχυσης, συλλογικότητας των μαθητών. Στα Γυμνάσια όπου λειτουργούσε ΓΡΑΣΕΠ (Γραφείο Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού) μπορούσε να λειτουργήσει ένας ενδιαφέρων συνδυασμός ομαδικής και ομαδικής συμβουλευτικής. Επιμορφωμένοι εκπαιδευτικοί είχαν τη δυνατότητα να δουλέψουν με μισό τμήμα της Γ΄ Γυμνασίου (συνδιδασκαλία με τη πληροφορική) και ταυτόχρονα να βοηθήσουν κάθε μαθητή/μαθήτρια ξεχωριστά. Στα Λύκεια με ΓΡΑΣΕΠ οι μαθητές μπορούσαν να ενημερωθούν με υπευθυνότητα, να βοηθηθούν σε επιλογές. Γενικότερα, σε ένα ανταγωνιστικό, βαθμοθηρικό, απρόσωπο σχολείο, με ανυπαρξία υποστηρικτικών μηχανισμών, μαθητές μπορούσαν να αναπτύξουν αυτογνωσία και κοινωνιογνωσία, να μιλήσουν για τον εαυτό τους, για προβλήματα και όνειρα… Ώσπου ήρθαν επιτέλους οι ….βάρβαροι και αντί να αναβαθμιστεί και να επεκταθεί η συμβουλευτκή σε όλα τα σχολεία, καταργείται και εκεί όπου υπήρχε…

Την περίοδο του μνημονίου έκλεισαν αρχικά τα Γραφεία Συμβουλευτικής, στα Επαγγελματικά Λύκεια, και από τη φετινή χρονιά έκλεισαν τα Γραφεία ΣΕΠ σε Γυμνάσια και Γενικά Λύκεια. Υπολειτουργούν τα ΚΕΣΥΠ, ένα σε κάθε διεύθυνση, όπου ένας εκπαιδευτικός καλείται να βοηθήσει στην εφαρμογή της ώρας του ΣΕΠ (μέχρι να καταργηθεί και αυτή) στα επιμέρους σχολεία και να υποστηρίξει μόνος του την ανάγκη ατομικής συμβουλευτικής όλης της νεολαίας του νομού. Το Υπουργείο αποδέχεται τη γελοιότητα, καθώς έτσι εξοικονομεί καθηγητές, και η Υπουργός διαγωνίζεται για τον τίτλο τής «επιμελέστερης» της Τρόϊκας. Ταυτόχρονα δίδεται στην «αγορά» ένα σημαντικό «φιλέτο» υπηρεσιών, καθώς μέρος των υπηρεσιών που προσέφερε το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα καλύπτεται από ιδιωτικά γραφεία και φροντιστήρια. Το κόστος των υπηρεσιών κυμαίνεται από 80 έως και 300 ευρώ και υπάρχουν ειδικά «πακέτα» συμπλήρωσης μηχανογραφικού σε γραφεία και φροντιστήρια από «ειδικούς» συνεργάτες. Με αυτό τον τρόπο αίρονται και οι αντιφάσεις του συστήματος, καθώς την ιδεολογική επίδραση της προσαρμοστικότητας – απασχολησιμότητας δεν καλείται να αναλάβει ο κακοπληρωμένος δημόσιος εκπαιδευτικός, που πιθανότατα δεν υποκλίνεται στο «ευαγγέλιο του ΟΟΣΑ και της Τρόικας».

Την ενημέρωση για τις «ανάγκες» της αγοράς θα την έχει η ίδια η «αγορά». Τα πλουσιόπαιδα, που έτσι κι αλλιώς σπουδάζουν ό,τι επιθυμούν (αν δεν τα καταφέρουν στην Ελλάδα, στο εξωτερικό), έχει νόημα να βοηθηθούν να κατασταλάξουν στο τι επιθυμούν, πώς θα το καταφέρουν και, φυσικά, μπορούν να πληρώσουν και τη βοήθεια αυτή. Τα φτωχόπαιδα θα έχουν όλο και λιγότερα χρήματα για φροντιστήρια και σπουδές (ειδικά μεταπτυχιακές) και το πιθανότερο είναι να μείνουν άνεργα, όπως η πλειονότητα της νεολαίας… σε μια Ελλάδα υπό μόνιμη «κατοχή» και εξαθλίωση…. Οπότε (με αυτή τη λογική) τι χρειάζονται τις σπουδές; Ας πληρώσουν κάποια φτηνή κατάρτιση, μήπως και γίνουν απασχολήσιμοι…, ώστε να καταφέρουν κάποια ατομική συμφωνία απασχόλησης και έτσι να ξεπληρώσουν το χρέος….

Εκτός και αν τα πράγματα αλλάξουν. Μόνο που για αυτή την αλλαγή δεν φτάνει η πάντοτε παρούσα ανικανότητα των «από πάνω». Χρειάζεται να κάνουμε κάτι και εμείς…

*Δρ. Κοινωνιολογίας, πρώην υπεύθυνος ΓΡΑΣΕΠ

Advertisements