Πρώτη δημοσίευση: 23 Φεβρουαρίου 2011

Ο Άλμπερτ Μπαντούρα είναι ψυχολόγος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ (David Starr Jordan Professor Emeritus of Social Science in Psychology at Stanford University). Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, που κρατάει σχεδόν έξι δεκαετίες, ο Μπαντούρα συνέβαλε σημαντικά σε πολλούς τομείς της ψυχολογίας, όπως την κοινωνικογνωστική θεωρία, την θεραπεία και την ψυχολογία της προσωπικότητας, και επηρέασε την μετάβαση από τον συμπεριφορισμό στην γνωστική ψυχολογία. Είναι ο εισηγητής της θεωρίας κοινωνικής μάθησης και της θεωρίας αυτοαποτελεσματικότητας και είναι υπεύθυνος για το πείραμα με τη κούκλα Μπόμπο (Bobo Doll experiment).

Το 2002, μια έρευνα κατέταξε τον Μπαντούρα ως τον τέταρτο πιο συχνά επικαλούμενο ψυχολόγο όλων των εποχών, πίσω από τον Μπ. Φ. Σκίνερ (B. F. Skinner), τον Σίγκμουντ Φρόιντ (Sigmund Freud) και τον Ζαν Πιαζέ (Jean Piaget), και ως τον πιο επικαλούμενο εν ζωή. Ο Μπαντούρα περιγράφεται ως ο σπουδαιότερος εν ζωή ψυχολόγος και ένας απ’ τους πιο σημαίνοντες ψυχολόγους όλων των εποχών.

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Μπαντούρα γεννήθηκε στο μικρό χωριό Μουντάρ της Αλμπέρτα του Καναδά, με πληθυσμό τότε περίπου τετρακοσίων ανθρώπων. Ήταν το μικρότερο παιδί και ο μόνος γιος μιας οικογένειας  οχτώ ατόμων. Ο Μπαντούρα έχει καταγωγή από Ουκρανία και Πολωνία. Το καλοκαίρι μετά το λύκειο, ο Μπαντούρα δούλεψε στο Γιούκον (Yukon) για να προστατεύσει την εθνική οδό της Αλάσκας απ’ το να βυθιστεί. Αργότερα, απέδωσε την αρχή του ενδιαφέροντος του για την ανθρώπινη ψυχοπαθολογία στη δουλειά του στη βόρεια τούντρα.

Εκπαίδευση και ακαδημαϊκή καριέρα

Η πρώτη επαφή του Μπαντούρα με την ακαδημαϊκή ψυχολογία έγινε τυχαία. Καθώς είχε λίγα να κάνει ως φοιτητής τα πρωινά, πήρε ένα μάθημα ψυχολογίας για να περνάει την ώρα και στο τέλος το ερωτεύτηκε. Αποφοίτησε σε τρία χρόνια, το 1949, απ’ το Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας, κερδίζοντας το βραβείο Μπόλοκαν (Bolocan Award) στην ψυχολογία και μετά πήγε στο τότε επίκεντρο της θεωρητικής ψυχολογίας, το Πανεπιστήμιο της Αϊόβα, απ’ όπου πήρε το μεταπτυχιακό του το 1951 και το διδακτορικό του το 1952. Ο Άρθουρ Μπέντον (Arthur Benton) επέβλεψε την διδακτορική εργασία του στην Αϊόβα, ενώ οι Κλαρκ Χαλ (Clark Hull) και Κένεθ Σπενς (Kenneth Spence) υπήρξαν σημαίνοντες συνεργάτες. Κατά τη διάρκεια των χρόνων του στην Αϊόβα, οδηγήθηκε στο να υποστηρίζει ένα είδος ψυχολογίας που επιζητούσε να ερευνήσει ψυχολογικά φαινόμενα μέσω επαναλαμβανόμενων πειραματικών δοκιμών. Η συμπερίληψη τέτοιων νοητικών φαινομένων όπως εικόνες και αναπαραστάσεις και η ιδέα του για την αμοιβαία αιτιοκρατία, που προϋπέθετε μια σχέση αμοιβαίας επιρροής μεταξύ ενός παράγοντα και του περιβάλλοντός του, σημάδεψαν μια ριζική απομάκρυνση από το κυρίαρχο συμπεριφορισμό της εποχής. Το επεκταμένο σύνολο των γνωστικών εργαλείων του Μπαντούρα επέτρεψε μια πιο ισχυρή μοντελοποίηση τέτοιων φαινομένων ως μάθηση μέσω παρατήρησης και αυτορρύθμιση και εφοδίασε τους ψυχολόγους με έναν πρακτικό τρόπο θεώρησης των νοητικών διεργασιών, σε αντίθεση με τις νοητικές κατασκευές της ψυχανάλυσης.

Μεταδιδακτορική δουλειά

Το 1952, συμμετείχε ως ειδικευόμενος στο Κέντρο Συμβουλευτικής της Γουίτσιτα στο Κάνσας (Wichita Kansas Guidance Center). Το 1953, δέχτηκε μια θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, την οποία κατέχει μέχρι και σήμερα. Το 1974 η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία τον εξέλεξε ως πρόεδρο.

Έρευνα

Ο Μπαντούρα αρχικά επηρεάστηκε από τη δουλειά του Ρόμπερτ Σίαρς (1908-1989, Robert Richardson Sears) στο οικογενειακό ιστορικό της κοινωνικής συμπεριφοράς και της μάθησης μέσω αμοιβών. Ο Μπαντούρα στην αρχική του έρευνα έδωσε βάση στο ρόλο της κοινωνικής μοντελοποίησης στο κίνητρο, τη σκέψη και τη πράξη. Σε συνεργασία με τον Ρίτσαρντ Γουόλτερς (Richard Walters), το πρώτο μαθητή του για διδακτορικό, προχώρησε σε μελέτες για τη κοινωνική μάθηση και την επιθετικότητα. Οι κοινές προσπάθειες τους ανέδειξαν το σημαντικό ρόλο της μοντελοποίησης στην ανθρώπινη συμπεριφορά και οδήγησαν σε ένα πρόγραμμα για έρευνα των μηχανισμών της μάθησης μέσω παρατήρησης.

Θεωρία της Κοινωνικής Μάθησης

Στην αρχική φάση της έρευνας του ο Μπαντούρα ανέλυσε τα θεμέλια της ανθρώπινης μάθησης και τη κλίση των παιδιών και των ενηλίκων να μιμούνται συμπεριφορές που παρατηρούν σε άλλους. (Είναι ένα κοινό λάθος, ακόμα και από ψυχολόγους, να συγχέουν τις λέξεις “μιμούμαι” και “διαμορφώνω”. Για παράδειγμα, ένα παιδί αντιγράφει, αλλά δε διαμορφώνει τη συμπεριφορά του βλέποντας κάποιον άλλο. Εκδηλώνει ή μιμείται μια “νέα” συμπεριφορά παρατηρώντας ένα πρότυπο.)

Ανάλυση της επιθετικότητας

Η έρευνα του Μπαντούρα με τον Γουόλτερς οδήγησε στο πρώτο του βιβλίο, Adolescent Aggression το 1959, και σε ένα επακόλουθο βιβλίο, Aggression: A Social Learning Analysis το 1973. Σε μια περίοδο, όπου κυριαρχούσε ο συμπεριφορισμός του Μπ. Φ. Σκίνερ (B. F. Skinner), ο Μπαντούρα πίστευε ότι η υπόθεση ότι η μεταβολή της συμπεριφοράς είναι αποτέλεσμα αμοιβής και τιμωρίας είναι ανεπαρκής και ότι πολλές συμπεριφορές μαθαίνονται από άλλους ανθρώπους. Ο Μπαντούρα ξεκίνησε να αναλύει μέσα μεταχείρισης επιθετικών παιδιών αναγνωρίζοντας τις πηγές βίας στη ζωή τους. Αρχική έρευνα στο τομέα είχε ξεκινήσει τη δεκαετία του 40’ από τον Νίαλ Μίλερ (Neal Miller) και τον Τζον Ντόλαρντ (John Dollard). Η συνέχεια της έρευνας από τον Μπαντούρα κατέληξε στο πείραμα με τη κούκλα Μπόμπο και το 1977 στη τρομερά σημαίνουσα θεωρία Κοινωνικής Μάθησης. Πολλές από τις καινοτομίες του Μπαντούρα προήλθαν από την εστίασή του στην εμπειρική και αναπαραγώγιμη διερεύνηση, που ήταν ξένες σε ένα πεδίο της ψυχολογίας, όπου κυριαρχούσαν οι θεωρίες του Φρόιντ.

Το πείραμα με τη κούκλα Μπόμπο

Το 1961 ο Μπαντούρα διεξήγαγε ένα αμφιλεγόμενο πείραμα, γνωστό ως το πείραμα με τη κούκλα Μπόμπο, για να μελετήσει μοντέλα συμπεριφοράς, μέσω της θεωρίας κοινωνικής μάθησης, και ότι παρόμοιες συμπεριφορές έχουν αποκομισθεί από άτομα μορφοποιώντας την δική τους συμπεριφορά με βάση πράξεις κάποιων προτύπων. Το πείραμα επικρίθηκε από ορισμένους για ηθικούς λόγους, όπως το ότι εκπαιδεύει τα παιδιά προς την επιθετικότητα. Τα αποτελέσματα του Μπαντούρα από το πείραμα άλλαξαν τη πορεία της σύγχρονης ψυχολογίας και τους αποδόθηκε ευρέως ότι βοήθησαν να αλλάξει η εστίαση στην ακαδημαϊκή ψυχολογία από το συμπεριφορισμό στη γνωστική ψυχολογία. Το πείραμα είναι μεταξύ των πιο εγκωμιασμένων ψυχολογικών πειραμάτων.

Κοινωνικογνωστική θεωρία

Στα μέσα της δεκαετίας του 80’, η έρευνα του Μπαντούρα πήρε μια πιο ολιστική κλίση και οι αναλύσεις του έτειναν να δίνουν μια πιο κατανοητή επισκόπηση της ανθρώπινης νόησης στο πλαίσιο της κοινωνικής μάθησης. Η θεωρία, την οποία επέκτεινε από τη θεωρία κοινωνικής μάθησης έγινε σύντομα γνωστή ως κοινωνικογνωστική θεωρία.

Κοινωνικά θεμέλια Σκέψης και Πράξης

Το 1986 ο Μπαντούρα εξέδωσε το Social Foundations of Thought and Action: A Social Cognitive Theory, στο οποίο αναθεώρησε ότι τα άτομα οργανώνονται μόνα τους, παίρνουν μέτρα εκ των προτέρων, προβληματίζονται και θέτουν κανόνες στον εαυτό τους, σε αντίθεση με τις ανορθόδοξες απόψεις ότι οι άνθρωποι κυβερνούνται από εξωτερικές δυνάμεις. Ο Μπαντούρα ανέπτυξε ιδέες για τριαδική αμοιβαιότητα, η οποία καθορίζει τις συνδέσεις μεταξύ ανθρώπινης συμπεριφοράς, περιβαλλοντικών και προσωπικών παραγόντων, όπως γνωστικά, συναισθηματικά και βιολογικά συμβάντα, και για αμοιβαία αιτιοκρατία, η οποία καθορίζει τις αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ αυτών των παραγόντων. Η έμφαση του Μπαντούρα στην ικανότητα των ατόμων να οργανώνονται και να θέτουν κανόνες στον εαυτό τους θα οδηγούσε τελικά στο έργο του για την αυτοαποτελεσματικότητα.

Αυτοαποτελεσματικότητα

Το 1963 ο Μπαντούρα εξέδωσε το Social Learning and Personality Development. Το 1974 το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ τον βράβευσε προσφέροντάς του τη θέση David Starr Jordan Professor of Social Science στη ψυχολογία. Το 1977 εξέδωσε το φιλόδοξο βιβλίο του, Social Learning Theory, το οποίο άλλαξε τη κατεύθυνση της ψυχολογίας στη δεκαετία του 80’.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας του για τις διαδικασίες με τις οποίες η μοντελοποίηση αμβλύνει φοβικές διαταραχές σε άτομα που φοβούνται τα φίδια, ανακάλυψε ότι οι αντιλήψεις τους περί αυτοαποτελεσματικότητας (την οποία τα άτομα είχαν στις δικές τους ικανότητες για να αμβλύνουν τη φοβία τους) προκάλεσαν αλλαγές στη συμπεριφορά και στη διέγερση του φόβου. Στη συνέχεια, ξεκίνησε ένα μεγάλο πρόγραμμα έρευνας εξετάζοντας τον σημαίνοντα ρόλο της αυτό-αναφερόμενης σκέψης στην ψυχολογική λειτουργία. Αν και συνέχισε να διερευνά και να γράφει για θεωρητικά προβλήματα που αφορούν μυριάδες θέματα, απ’ τα τέλη της δεκαετίας το 70’ συγκέντρωσε την προσοχή του στο ρόλο που οι αντιλήψεις αυτοαποτελεσματικότητας παίζουν στην ανθρώπινη λειτουργία.

Έργα του

Bandura, A., & Walters, R.H. (1959). Adolescent Aggression: a study of the influence of child-training practices and family interrelationships. New York: Ronald Press.

Bandura, A. (1962). Social Learning through Imitation. University of Nebraska Press: Lincoln, NE.

Bandura, A., & Walters, R. H. (1963). Social learning and personality development. New York: Holt, Rinehart, & Winston.

Bandura, A. (1969). Principles of behavior modification. New York: Holt, Rinehart and Winston.

Bandura, A. (1971). Psychological modeling: conflicting theories. Chicago: Aldine·Atherton.

Bandura, A. (1973). Aggression: A social learning analysis. Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall.

Bandura, A. (1975). Social Learning & Personality Development. Holt, Rinehart & Winston, INC: NJ.

Bandura, A., & Ribes-Inesta, Emilio. (1976). Analysis of Delinquency and Aggression. Lawrence Erlbaum Associates, INC: New Jersey

Bandura, A. (1977). Social Learning Theory. Englewood Cliffs, NJ: Prentice Hall.

Bandura, A. (1986). Social Foundations of Thought and Action: A Social Cognitive Theory. Englewood Cliffs, N.J.: Prentice-Hall.

Bandura, A. (1989). Social cognitive theory. In R. Vasta (Ed.), Annals of Child Development: Six theories of child development, pp. 1–60. Greenwich, CT: JAI Press.

Bandura, A. (1997). Self-efficacy: the exercise of control. New York: W.H. Freeman.

Bandura, Albert (1999). Moral disengagement in the perpetration of inhumanities. Personality & Social Psychology Review 3 (3): 193–209.

Bandura, A. (2006). Toward a Psychology of Human Agency. Perspectives on Psychological Science, 1 (2).

Για τον Μπαντούρα

Evans, R. I. (1989). Albert Bandura: The man and his ideas: A dialogue. New York: Praeger.

Haggbloom, S. J., Warnick, R., et al. (2002). The 100 most eminent psychologists of the 20th century. Review of General Psychology, 6(2), 139–152.

Zimmerman, Barry J., & Schunk, Dale H. (Eds.) (2003). Educational psychology: A century of contributions. Mahwah, NJ, US: Erlbaum.

———————

Συνέντευξη του ALBERT BANDURA στον Σ.Ν. Κοδέλλα το 2003

Albert Bandura, καθηγητής Ψυχολογίας: Eφ’ όλης της ύλης.

—————–

(Πηγές: η Βικιπαίδεια και το Διαδίκτυο)