«Αντί για τη μητέρα μας, σκοτώνουμε την Αθήνα»

Από την ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΟΥ στην Ελευθεροτυπία

«Η ιστορία της 5ης Μαΐου δεν είναι ένα φαινόμενο που εμφανίζεται ξαφνικά στην Ελλάδα», λέει η ψυχαναλύτρια Αννα Ποταμιάνου, από την οποία ζητήσαμε να βοηθήσει σε μια απόπειρα να εξετάσουμε από ποιες διαδρομές οδηγηθήκαμε στην τραγική κατάληξη ενός ξεσπάσματος άκριτης βίας.

Γιατί δεν έχουμε ακόμη ως κοινωνία συζητήσει πάνω σε όσα διαδραματίστηκαν στο κέντρο της Αθήνας, στις αρχές του περασμένου μήνα; Τι έγινε στις 5 Μαΐου; Μέρα μεσημέρι, σε καιρό ειρήνης, σε μια πόλη που με κάθε ευκαιρία υπενθυμίζει -σε ποιον, άραγε;- ότι εδώ γεννήθηκε η δημοκρατία, εμπρός σε χιλιάδες πολίτες που διαδήλωναν κάνοντας χρήση του δικαιώματος στην απεργία, ενώ άλλοι είχαν επιλέξει να ασκήσουν το δικαίωμα στην εργασία, τρεις άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους μέσα σε ένα κτήριο που φλεγόταν από τις μολότοφ που εκτόξευσαν συμπολίτες τους.

Οσο αμήχανη κι αν είναι μια απόπειρα να τραβήξουμε το πέπλο με το οποίο καλύψαμε βιαστικά το συλλογικό τραύμα της 5ης Μαΐου, άλλο τόσο μοιάζει αναγκαία. Εχοντας επίγνωση των περιορισμών που θέτει ο χώρος μιας εφημερίδας, θα αντλήσουμε από την εμπειρία και την πολύπλευρη σκέψη της Αννας Ποταμιάνου – διακεκριμένης ψυχαναλύτριας που ήδη από το 1956 ίδρυσε, οργάνωσε και διηύθυνε το Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών, ήταν έως το 2010 μέλος του Δ.Σ. της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ενώσεως και αντιπροέδρος της Διεθνούς Ψυχοσωματικής Ενωσης.

Πριν από λίγες ημέρες πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το γαλλόφωνο ευρωπαϊκό συνέδριο με θέμα τη σχέση ανάμεσα στο ψυχικό και στο σωματικό. Πώς φωτίζει το θέμα της σχέσης αυτής ένα φαινόμενο όπως η πυρπόληση της τράπεζας στις 5 Μαΐου;

«Μιλάτε για την έννοια της βίας. Η βία είναι εμφυής στην ψυχική οργάνωση των ανθρώπων. Σκεφτείτε τα μικρά παιδιά, όταν εκφράζονται ελεύθερα. Οι μορφές με τις οποίες εκδηλώνονται εξαρτώνται από τη διαμόρφωση της προσωπικότητας αλλά και από γεγονότα της ζωής, ίσως και από τυχαίες συναντήσεις που συνέβη να οδηγήσουν στην ένταξή μας σε ορισμένες ομάδες ή ιδεολογίες. Ηδη ο Σωκράτης στον «Φαίδρο» αναρωτιόταν αν ο άνθρωπος είναι Τυφών. Ο Φρόιντ μίλησε για την καταστροφικότητα των ατόμων. Τον καιρό του πολέμου ένας υψηλόβαθμος των γκρίζων λύκων του Χίτλερ μιλούσε για το «θαυμάσιο θέαμα» να βλέπεις να τινάζονται στον αέρα καράβια και ανθρώπινες σάρκες, όταν έχεις λάβει σχετικές διαταγές. Το θέμα λοιπόν δεν είναι η βία αυτή καθεαυτήν που είναι στη φύση μας, αλλά πώς τη διαχειριζόμαστε και πώς εκφράζεται σε διάφορες στιγμές της ζωής και της ιστορίας. Το συνέδριο αποσκοπούσε στο να σκεφτούμε τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε κάποιες ανθρώπινες συμπεριφορές, σε ορισμένες ψυχικές διεργασίες και σε διαταραχές σωματικές που πολλές φορές συνδέονται με αυτές. Πιστεύω ότι το συνέδριο έμμεσα άγγιζε το πρόβλημα που θέσατε, γιατί οι άνθρωποι που έριξαν τις μολότοφ είχαν προηγουμένως διανύσει διαδρομές μέσω των οποίων έφτασαν να θεωρούν ότι η ανθρώπινη ζωή μπορεί να διακυβεύεται ανά πάσα στιγμή και δεν αποτελεί αυταξία».

Τα γεγονότα της 5ης Μαΐου πρέπει να τα δούμε ως μέρος μιας πορείας που έχει ιστορικό βάθος ή ως μεμονωμένο συμβάν;

«Οσα συνέβησαν την 5η Μαΐου δεν αποτελούν εκδήλωση ενός νέου φαινομένου που εμφανίστηκε ξαφνικά στην Ελλάδα. Χρόνια τώρα, υπάρχει, όχι μόνον ανοχή, αλλά ίσως και ανάγκη των Ελλήνων να εξωτερικεύσουν μια βία που επί πάρα πολύ καιρό δεν εκφραζόταν στο πλαίσιο της οικογένειας, με εξαίρεση τα εγκλήματα τιμής. Οι ρίζες των σημερινών φαινομένων είναι πολύ παλιές. Η βία που συσσωρεύεται μέσα μας δεν αποτέλεσε ποτέ αντικείμενο σκέψης στον τόπο μας. Γονείς, σχολεία, κόμματα δεν έχουν ενδιαφερθεί να ρωτήσουν το απλό: Ευαγγελίζομαι κάποιες αρχές για να εκπαιδεύσω τα παιδιά μου ή τους μαθητές μου ή να κάνω αλλαγές όταν βρίσκομαι στην εξουσία. Αυτό που θέλω να επιβάλω, το επιβάλλω σε ποιους ανθρώπους, με ποια δεδομένα; Με ποιες δυνατότητες; Και αυτό σε έναν χώρο που έχει αλωθεί από το πρότυπο της κατανάλωσης και από απουσία σύνδεσης της ψυχικής οργάνωσης των ατόμων με τον κοινωνικό ιστό».

Ακόμη κι αν αυτό που συνέβη το δούμε σαν κάτι αναμενόμενο, πώς εξηγείται η αντιμετώπιση από ορισμένους των τριών νεκρών ως τραγικών μεν, αλλά πάντως παράπλευρων απωλειών;

«Νομίζω ότι η ανθρώπινη ζωή αποκτά αξία μόνον όταν της δίνεται νόημα. Εάν η ανθρώπινη ζωή δεν έχει νόημα και εάν δεν ξέρουμε πώς μπορούμε να διαμορφώσουμε τη σκέψη γύρω από το τι αξίζει μια ανθρώπινη ζωή, γιατί θέλετε να βιώνεται αλλιώς, παρά ως παράπλευρη απώλεια;».

Κάποιος, δηλαδή, που αντιμετωπίζει τους τρεις νεκρούς σαν παράπλευρες απώλειες, ενδεχομένως ο ίδιος δεν έχει βιώσει το νόημα της δικής του ζωής;

«Ακριβώς – το νόημα της δικής του ζωής και τις δημιουργικές δυνατότητες που έχει η ζωή του κάθε ανθρώπου. Αν αυτό δεν το έχω ποτέ σκεφθεί, γιατί θα με απασχολήσει ο θάνατος τριών ανθρώπων;».

Πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2008 και πιο πρόσφατα στις τελευταίες διαδηλώσεις είδαμε ένα ξέσπασμα οργής που εκδηλώθηκε με βανδαλισμούς και καταστροφές στην Αθήνα – γιατί τόσο μένος ενάντια στην πραγματικότητα μιας πόλης;

«Δεν ήταν οργή, η οργή έχει στόχους. Τυφλή βία είδαμε προς ένα σώμα. Η Αθήνα είναι ένα σώμα. Δεν μπορείτε να σκοτώσετε τη μητέρα σας, την Αθήνα όμως μπορείτε να τη σκοτώνετε».

Πώς εξηγείται η ανοχή που αναπτύξαμε τα τελευταία χρόνια απέναντι στη βία;

«Δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να σας απαντήσω εάν δεν αγγίξουμε το τι έχει ξεκινήσει πριν από χρόνια στην Ελλάδα. Εχουμε διανύσει διαδρομές κατά τις οποίες δεν λειτούργησαν όσα οδηγούν στην εσωτερίκευση του νόμου. Νόμος είναι ό,τι επιβάλλει η εξωτερική εξουσία αλλά και όσα έχουμε δεχτεί ως εσωτερικό όριο. Οταν θεωρούμε το νόμο εχθρό ή τον ταυτίζουμε με το κράτος θεωρώντας ότι καταχράται την εξουσία που έχει πάνω στα άτομα, τότε δείχνουμε πολύ μεγαλύτερη ανοχή σε εκδηλώσεις που κατά βάθος ξέρουμε ότι είναι παραβατικές, αλλά έχουν γοητεία ακριβώς διότι ξεπερνούν κάποιες απαγορεύσεις και τροφοδοτούν την ιδέα «είμαι πάνω από τα όρια, είμαι απόλυτα ελεύθερος, επομένως μπορώ να ανεχτώ οτιδήποτε γύρω μου, διότι αυτό εκπροσωπεί και τη δική μου ανεξαρτησία και αυτονομία». Η πορεία μέσα από την οποία εσωτερικεύεται το τι είναι τελικά αυτονομία και ελευθερία έχει στρεβλωθεί. Είναι πολύ δύσκολο να πει κανείς, αν δεν εξετάσει το πράγμα σε βάθος, τι κάνει ένα πλήθος να ακολουθεί και να ανέχεται βίαιες συμπεριφορές και τι οδηγεί ορισμένα άτομα στο να τις επικροτούν».

Η ιαχή «να καεί, να καεί…» των διαδηλωτών στις 5/5 υποδηλώνει μια τάση απόρριψης της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας;

«Πιστεύετε ότι ξέρουμε σήμερα τι ακριβώς είναι η δημοκρατία; Θα έλεγα ότι δεν την έχουμε σκεφτεί αρκετά τη δημοκρατία. Το «κρατεί ο δήμος», που ήταν η αρχή της ιστορίας, σημαίνει ότι οι πολίτες τότε είχαν δυνατότητα συμμετοχής στα τεκταινόμενα και η κρίση τους δεν περιοριζόταν στο να ψηφίσουν ένα κόμμα και από εκεί πέρα να αφήνουν το κόμμα να πορευθεί όπως νομίζει. Η συμμετοχή στα πολιτικώς δρώμενα ήταν μια συμμετοχή που βασιζόταν σε προετοιμασία και προπαντός σε σκέψη εν σχέσει με όσα εκάστοτε διαδραματίζονται. Αυτήν τη σκέψη για τη δημοκρατία δεν τη βλέπω στην Ελλάδα. Νομίζω ότι υπάρχει σήμερα μια παρεξήγηση βασικών εννοιών – τι είναι ευθύνη, τι σημαίνει ελευθερία του λόγου, τι σημαίνει ετερότητα. Τι σημαίνει δρω και κινούμαι κυρίως με όσα είναι οικεία με μένα. Εχουμε σκεφθεί τι σημαίνει ετερότητα μέσα μας και έξω; Πώς κινείται το ασυνείδητο, παραδείγματος χάριν».

Πρόκειται για έλλειμμα παιδείας;

«Ναι, αλλά όχι μόνο. Οι Ελληνες είμαστε άνθρωποι αρκετά εξωστρεφείς και δεν νομίζω ότι δίνουμε προσοχή στο ξεδίπλωμα εσωτερικών διαδικασιών και στη σκέψη μας ως έναν μοχλό που μπορεί να ενεργοποιηθεί για να φανερώσει τι απαιτήσεις εγείρει μέσα μας κάθε ζήτημα ή με ποιον τρόπο μπορούν να επιτευχθούν στόχοι. Φτιάξαμε ένα κράτος που βασίστηκε κυρίως στην ελπίδα ότι θα εξακολουθήσουν οι Ελληνες να είναι λαός προνομιακός. Οτι οι ξένοι πρέπει να μας βοηθήσουν. Οτι οι φίλοι μας πρέπει να μας είναι πιστοί. Το πώς διαμορφώνονται οι ανθρώπινες σχέσεις, ποιες σκοπιμότητες παίζουν ρόλο σε αυτή τη διαμόρφωση και στη δική μας ψυχική οργάνωση, προκειμένου να αναπτύξουμε δημιουργικό λόγο, αυτά δεν νομίζω ότι έγιναν ποτέ αντικείμενο προσοχής μας».

Δηλαδή δεν έχουμε σκεφθεί ούτε πάνω στην Ιστορία μας;

«Θα έλεγα, ουσιαστικά, πολύ λίγο. Αισθάνεστε ότι οι Ελληνες σεβόμαστε την Ιστορία μας; Οτι εντασσόμαστε σε μια ιστορική συνέχεια; Μα εδώ κάθε νέα εξουσία ξεκινάει τα πάντα από την αρχή. Λες και όλα τα προηγούμενα πρέπει να καταργηθούν. Διάλογος δεν γίνεται χωρίς επίθεση και με στόχο τη συντριβή του άλλου. Πρόταση δεν ακούγεται χωρίς να συνοδεύεται από αναφορά στα «κακώς πραχθέντα» από τον άλλον. Λες και δεν μπορεί να γίνει διάλογος παρά μόνον εάν συντρίψω τον άλλον. Οσο για τις ιστορικές μας διαδρομές, βρισκόμαστε συνήθως σε ρήξη με το τι έκαναν οι προγενέστεροι. Ακόμα και τα ονόματα των δρόμων αλλάζουμε. Πάρτε το παράδειγμα της «βασιλευομένης». Πολλά μπορεί κανείς να καταλογίσει στην περίοδο εκείνη. Ομως υπήρξε μέρος του παρελθόντος μας. Δεν μπορούμε να ρίχνουμε ανάθεμα σε περίοδο της Ιστορίας μας. Δεν καταλαβαίνουμε ότι όταν αρνούμαστε να δεχτούμε ένα μέρος μιας πραγματικότητας την οποία έζησε ο τόπος , η κρίση μας και οι θέσεις μας στρεβλώνονται;».

Καλλιεργούμε πάντως λατρεία προς άλλες περιόδους του παρελθόντος μας, όπως είναι η κλασική αρχαιότητα.

«Δεν ισχύει αυτό που λέτε. Λίγοι ξέρουν σήμερα π.χ. τον «Λάχη» του Πλάτωνα. Ο «Λάχης» είναι υποδειγματικός διάλογος ως προς αυτό που ονομάζω τον «λόγον διδόναι» -το να μπορεί κανείς να έχει έναν λόγο που να είναι μαρτυρία για το πώς υπάρχω, τι θέλω, πού πάω. Θα μου πείτε ότι κάποιοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι τον ξέρουν. Εγώ μιλάω για τους πολλούς, για τον κόσμο. Υπάρχει μικρή επικοινωνία με το παρελθόν μας».

Γιατί έχουμε αυτή τη συμπλεγματική σχέση με το παρελθόν μας;

«Παρελθόν σημαίνει εγκαθιστώ και αποκαθιστώ το νήμα μιας συνέχειας. Σημαίνει εγγράφομαι σε μια συνέχεια προσώπων, καταστάσεων, δεδομένων ζωής και σκέφτομαι την προοπτική του μέλλοντος. Δηλαδή δεν υπάρχει ρήξη με αυτό που υπήρξε πριν. Κάτι κράτησα και κάτι απέρριψα απ’ αυτό, χωρίς όμως να το σβήσω. Γιατί δεν ξεπερνάμε τη ρήξη; Μα δεν έχουμε συμφιλιωθεί με το θέμα διαφορών και ετερότητας. Διαφορά σημαίνει ότι εγώ ζω σήμερα, δεν θα υπάρχω αύριο, αυτό όμως που δημιούργησα δεν θα θελήσει ο άλλος να το σβήσει. Θα το πάρει, θα κρατήσει αυτά που θέλει, αλλά δεν θα το σβήσει. Από την ώρα που ο προσανατολισμός μας είναι -να σας το πω στη γλώσσα τη δική μου;- ο φόνος του πατέρα ή της μάνας, αυτός ο φόνος θα πάρει μορφές πιο ήπιες, αλλά δεν θα πάψει να είναι φόνος. Διότι στην Ελλάδα ο φόνος με δομεί και όχι το να αποστασιοποιηθώ από τη μητέρα και τον πατέρα μου, να χαράξω τον δικό μου δρόμο και να συνυπάρξουμε ως διαφορετικοί, αλλά σχετιζόμενοι».

Η πιο συνηθισμένη φράση των τελευταίων μηνών είναι «ας αναλάβει καθένας τις ευθύνες του». Ωστόσο πάντα κάποιος άλλος πρέπει να αναλάβει ευθύνες.

«Αυτό που υπήρχε και υπάρχει ακόμη στην Ελλάδα είναι μονίμως η λειτουργία του μηχανισμού προβολής. Πάντα φταίει ο άλλος, πάντα υπάρχει ένας εξωτερικός εχθρός. Δεν στέκομαι να σκεφτώ πώς παίζονται τα πράγματα στις ανθρώπινες σχέσεις, ποιο είναι το δίκιο μου, ποιο είναι το δίκιο του άλλου και πού μπορεί να γίνει ένας διάλογος. Οταν συνεχώς προβάλλω στον άλλο τις ευθύνες προσπαθώντας να τον εξουδετερώσω, πώς θέλετε να τις αναλάβω για τον εαυτό μου, την ώρα που πραγματικά με αγγίζουν;».

Μπορούμε να μιλήσουμε για απουσία της ελληνικής διανόησης;

«Εξαρτάται. Οι λεγόμενοι «αριστεροί διανοούμενοι» ήταν πάντα πολύ παρόντες, υποστηρίζοντας τις απόψεις τους, που συχνά τις επιβάλλουν – οι άλλοι πολύ λιγότερο. Πριν από πολλά χρόνια μερικοί άνθρωποι είχαμε συναντηθεί και είχαμε συζητήσει την πιθανότητα να διατυπώσουμε όσα μας απασχολούσαν και θεωρούσαμε ότι θα είχαν μια ορισμένη επίδραση στην εξέλιξη του τόπου, όχι ο καθένας χωριστά, αλλά ως ομάδα. Αυτό δεν κατορθώθηκε. Ο καθένας ήθελε να έχει έναν λόγο διακριτό. Η συλλογική έκφραση δεν ενδιέφερε τελικά. Ο,τι είχε οραματιστεί ο Καστοριάδης, δηλαδή την εφαρμογή της δυνατότητας μικρές κοινότητες ανθρώπων να αναλάβουν την ευθύνη συμμετοχής σε αλλαγές στην πολιτική ζωή του τόπου, δεν μπόρεσε να λειτουργήσει».

Παρ’ όλο που, όπως λέγατε, είμαστε εξωστρεφείς, δεν καταφέρνουμε να συναντηθούμε;

«Νομίζω όχι. Οι ναρκισσικές προσωπικότητες -και οι Ελληνες έχουμε πολλά ναρκισσικά στοιχεία- μπορεί να γλεντάνε, να διασκεδάζουν, να συναλλάσσονται με τους άλλους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι πραγματικά ανοιχτοί στις σχέσεις. Μα αν ήμαστε ανοιχτοί στις σχέσεις, τόσα χρόνια η οικογένεια θα ήταν αυτό που υπήρξε σε μας; Υπήρχε συνάντηση άνδρα – γυναίκας; Οχι. Ο καθένας κοιτούσε πώς θα επιβληθεί στον άλλον. Νομίζω ότι δεν συναντιόμαστε ή έχουμε μεγάλη δυσκολία να συναντηθούμε αληθινά, τόσο στην οικογενειακή όσο και στην ερωτική μας ζωή».

Είναι δικαιολογημένη η επικράτηση μιας απογοήτευσης ανάμικτη με κυνισμό; Της βεβαιότητας ότι δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτε;

«Είναι ένας καλός τρόπος για να μην αναλάβει κανείς καμιά ευθύνη. Οταν το 1956 ξεκίνησα το Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών, δεν υπήρξε στην Ελλάδα ούτε ένας που να μου πει ότι ήταν δυνατόν να πετύχω τους στόχους – δηλαδή να διαμορφωθούν υπηρεσίες ικανές να κρατήσουν έξω από τα νοσοκομεία άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας και να δημιουργηθούν τρόποι συνεργασίας μεταξύ επιστημόνων συγγενικών κλάδων. Ολοι θεωρούσαν ότι η προσπάθεια θα αποτύχει. Κι όμως, δεν απέτυχε, τουλάχιστον στα χρόνια που το έζησα το Κέντρο και σύμφωνα με τη μαρτυρία των συνεργατών μου. Η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτάται από το αν θα δώσει κανείς αρκετή αξία -επανέρχομαι στο νόημα ζωής- σε αυτό που θέλει να κάνει».

Μπορεί η κρίση να περιέχει μια ευκαιρία;

«Ισως αυτή η κρίση θα μπορούσε να χρησιμεύσει στο να σταθούμε στο ερώτημα: Τι είμαστε σήμερα, τι θέλουμε, τι υπήρξαμε, ποιο είναι αυτό που ονομάζω το νόημα της ζωής μας – δεν μπορώ να το πω αλλιώς. Ξέρετε, κάθε γενιά έχει τα δικά της ιδεώδη. Η δική μου γενιά είχε την πίστη ότι μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο θα φτιάχναμε έναν καινούργιο κόσμο. Αποδείχτηκε ένα ιδεώδες μη πραγματοποιήσιμο. Αν υπήρχε σήμερα μια γενιά που θα αποφάσιζε να δώσει χρόνο, να εμβαθύνει, να ξανανακαλύψει πράγματα που έχουν διατυπωθεί στους χώρους του Ελληνισμού, στον δικό μας χώρο, να μην τα μεταφέρει βέβαια αυτούσια στο σήμερα, αλλά να χρησιμοποιήσει τον απόηχό τους, θα ήταν πολύ σημαντικό. Υπάρχει σήμερα μια τέτοια γενιά; Πιστεύω βαθιά ότι οι νέοι θα συνειδητοποιήσουν βαθμιαία ότι υπάρχουν πράγματα που μπορεί να γίνουν. Αρκεί να δεχτούν να βάλουν το τίμημα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος».

———————————————————————————————————————————————

Καλλιεργούμε την ανομία ως αντίληψη ελευθερίας

Δεν είναι τωρινά αυτά που μας βρήκαν, τα υφαίναμε εδώ και χρόνια, υποστηρίζει η Αννα Ποταμιάνου, ψυχαναλύτρια

της Όλγας Σελλά, στην Καθημερινή

Η εγκαρδιότητα και η ευγένεια είναι σύμφυτες με την ψυχαναλύτρια Άννα Ποταμιάνου. Ήταν η δεύτερη φορά που συναντιόμασταν. Τίποτα δεν είχε αλλάξει σ’ αυτό το σπίτι που όλα φαίνονται να έχουν τη δική τους ιστορία και τη δική τους διαδρομή: τα έπιπλα, τα διακοσμητικά αντικείμενα, τα έργα τέχνης. Η συζήτηση ξεκίνησε από το σαλόνι, με θέα τα φυτά της βεράντας της. Μια συζήτηση που δεν αφορά στενά την ψυχανάλυση και τη διαδρομή της, αλλά όσα η ψυχανάλυση καταθέτει για τις σύγχρονες συμπεριφορές των ανθρώπων. Στο τελευταίο της βιβλίο, «Επί ξυρού ακμής», κάνει διαπιστώσεις για τους Νεοέλληνες και τις συμπεριφορές τους που μας εκπλήσσουν, μας τρομάζουν, μας απογοητεύουν. Σε μια εποχή-μεταίχμιο, όπως αυτή που ζούμε, έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς εκείνοι που καταπιάνονται με τα πάθη της ψυχής ερμηνεύουν αλλόκοτες συμπεριφορές των ανθρώπων. Η Άννα Ποταμιάνου, όπως κάθε καλός ψυχαναλυτής, δίνει πάντα την ευκαιρία στον απέναντί του να μιλήσει, για να καταλάβει τη σκέψη του ή τα συναισθήματά του. Κι επειδή ήδη είχαμε αρχίσει να σχολιάζουμε χαλαρά τα σημάδια των καιρών, ξεκίνησε την κουβέντα κάνοντας εκείνη μια ερώτηση: «Αισθάνεσθε ότι με τα δεδομένα τα σημερινά, με τόσα πολλά που λέγονται και γράφονται, αυτός ο μονόλογος -γιατί νομίζω ότι ο καθένας μας κάνει έναν μονόλογο- που δεν φτάνει ποτέ στον διάλογο, από τη δουλειά σας βλέπετε τώρα να υπάρχει μια διάθεση να αλλάξει λίγο η στάση των ανθρώπων επειδή έχουν προβληματιστεί με όλα όσα συμβαίνουν; Ή όχι και κρατάμε την ίδια γραμμή;».

Ηταν ο τρόπος της να σχολιάσει τις αλλόκοτες ή ακόμα και τις βίαιες συμπεριφορές που βλέπουμε το τελευταίο διάστημα γύρω μας από άτομα ή κοινωνικές ομάδες. Και ίσως μόνο οι άνθρωποι που δουλειά τους είναι οι αλλαγές της ψυχής των ανθρώπων και οι συμπεριφορές της μπορούν να ερμηνεύσουν τη σημερινή περίοδο.

– Πώς ερμηνεύει λοιπόν μια ψυχαναλύτρια τις καταστροφικές διαθέσεις των ανθρώπων;

– Νομίζω ότι ερμηνεύονται, αν σκεφτείτε ότι καταστρέφοντας τον άλλον, κάπου απαλλάσσεται ο ψυχισμός σας από τη δική σας καταστροφικότητα. Οσο δηλαδή η καταστροφικότητα μετατρέπεται και γίνεται επιθετικότητα τόσο λιγότερο στρέφομαι εναντίον του εαυτού μου. Κι επειδή η φύση του ανθρώπου ενέχει καταστροφικότητα, παρ’ ότι πολλά μπορούμε να μετατρέψουμε ή να σκεφτούμε. Ομως τίποτα δεν μπορεί να μετατρέψει τη φύση. Και η φύση είναι αυτή. Πιστεύω ότι εδώ στην Ελλάδα δεν έχουμε δώσει καθόλου προσοχή στο τι είμαστε, τι ζητάμε, τι ψάχνουμε, τι θέλουμε αλλά και τι μπορούμε να έχουμε…

Από αυτό το σημείο η συζήτηση θερμαίνεται και εστιάζεται σε όσους έχουν πρόθεση να προσαρμοστούν στις αλλαγές των συνηθειών και όσους αρνούνται. «Εχει σχέση με το γιατί εγώ δεν έχω μάθει να μοχθώ, ούτε να λογαριάζω το πόσο θέλω και γιατί το θέλω, πόσο είμαι αδηφάγος, πόσο μπορώ να έχω αυτά τα τόσα πολλά που θέλω. Είναι θέμα αυτογνωσίας. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αρχίζει κάπου να διαφαίνεται μία δυνατότης τέτοια;».

– Γιατί σε άλλες εποχές, πολύ πιο δύσκολες οικονομικά, οι άνθρωποι έδειξαν διαθέσεις προσαρμογής; Τότε δεν λειτούργησε η καταστροφική φύση του ανθρώπου;

– Νομίζω ότι μπορώ να σας δώσω κάποιες εξηγήσεις. Πρώτον μεγαλώναμε μέσα σε συνθήκες οι οποίες πιο εύκολα μας έκαναν να διεκδικούμε δικαιώματα, αλλά να ξέρουμε ότι έχουμε υποχρεώσεις. Δηλαδή η δική μου η γενιά έζησε σε οικογένειες που ήταν αρκετά αυστηρές μέχρι στεγνές. Υπήρχε ένα πατριαρχικό σχήμα πολύ στενής οικογένειας και πίσω από αυτό μην ξεχνάτε ότι εκινείτο η μητέρα-κορώνα, της οποίας οι απαιτήσεις δεν φαίνονταν όπως τις επέβαλλε ο πατέρας, αλλά το πλάσιμο του παιδιού μέσα από μια αγάπη που το παιδί αισθανόταν ότι χρωστάει οπωσδήποτε στη μάνα του, έκανε την κυριαρχία της πολύ ισχυρή. Λοιπόν οι διεκδικήσεις ήταν τέτοιες που δεν μας απήλλασσαν από τις υποχρεώσεις μας. Δεύτερον στην Κατοχή είχαμε, θα πω, τύχη να έχομε έναν εξωτερικό εχθρό κι επομένως τα πράγματα να μην είναι μόνο μεταξύ μας και ο ένας εναντίον του άλλου. Το τρίτο πιστεύω είναι ότι ο τρόπος ανατροφής των παιδιών ήταν τέτοιος που οι έννοιες «ανήκω σε μια γη, είναι η χώρα μου, είναι οι άνθρωποί μου» ήταν τόσο πολύ σημαντικό, ώστε τα πράγματα ήταν ιδωμένα μέσα από μιαν άλλη οπτική. Η όλη ατμόσφαιρα που ζούσαμε τότε όλοι ήταν ότι μπορούμε να κάνουμε πράγματα που θα τα ψάξουμε με τις δικές μας τις δυνάμεις, όχι όμως ρίχνοντας κάτω οτιδήποτε προϋπήρχε. Νομίζω αυτό ήταν μια μεγάλη διαφορά.

Οι Ελληνες έχουν κάποιες αυτοκαταστροφικές ιδιότητες

«Σε κάθε ελληνική περίοδο υπάρχουν κάποιες ιδιότητες των Ελλήνων που είναι τρομακτικά αυτοκαταστροφικές. Και επαναλαμβάνονται. Δεν είναι η Ιστορία που επαναλαμβάνεται, είναι οι άνθρωποι που είναι ίδιοι και επαναλαμβάνουν ορισμένες επιλογές. Μέσα στη διαχρονία την ελληνική, νομίζω ότι υπάρχει η επανάληψη περιόδων μεγάλης δυσπραγίας. Κι ότι κατά κάποιο τρόπο είναι περίοδος που ο χειρότερος εαυτός μου παίρνει το πάνω χέρι», λέει η κ. Ποταμιάνου.

– Δεν ξέρω αν είναι μύθος ή φαντασίωση σύμφωνα με τους δικούς σας όρους, αλλά εσείς δέχεστε ότι θ’ αφήσουμε πίσω μας αυτή τη δυσπραγία κι ότι θ’ αντλήσουμε τα καλά στοιχεία;

– Νομίζω ότι αυτό που δεν θέλουμε να παραδεχθούμε είναι ότι η φύση μας είναι με τάσεις αντιθετικές, αυτές τις αντιθετικές τάσεις συνεχώς τις βρίσκουμε μπροστά μας, κι έτσι θα πάει το παραμύθι. Το θέμα είναι πόσο συνειδητοποιούμε. Συχνά με ρωτάνε: «η ανάλυση αλλάζει τους ανθρώπους;» Δεν τους αλλάζει. Δεν είναι αυτό το θέμα. Είναι ότι ο χειρισμός κάποιων πραγμάτων γίνεται αλλιώτικα, και, φυσικά, το βίωμα που έχει κανείς αλλάζει, διότι αλλάζει η οπτική.

Εχουμε ήδη καθήσει στην τραπεζαρία και η συζήτηση έχει όλη τη χαλαρότητα ενός γεύματος, που δεν απομακρύνεται όμως από τις αφορμές της επικαιρότητας. «Ισως έχω λάθος, αλλά θεωρώ ότι αυτό που έθρεψε έναν κακώς νοούμενο αριστερισμό στην Ελλάδα, έχει να κάνει με τον φθόνο. Δεν είναι δηλαδή ότι πραγματικά με ενδιαφέρει η κοινοκτημοσύνη, η ισότητα, κ.λπ. είναι το γιατί έχει κάποιος άλλος αυτό που δεν έχω εγώ».

– Ερμηνεύεται αυτό; Πού οφείλεται;

– Μεγάλη ιστορία. Μεγάλη, γιατί άπτεται πάρα πολύ με τις πρώτες σχέσεις ενός παιδιού, κυρίως με τη μητέρα του. Γενικά μπορώ να πω ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα να δεχθεί κάποιος πως μπορεί να μοιραστεί κατ’ αρχήν με κάποιον άλλον κάτι. Θεωρεί ότι είναι όλα δικά του, ότι ζει μια παντοδυναμία όπου όλα επιτρέπονται και όλα είναι εφικτά. Η αντίληψη ότι όλα μου οφείλονται με κάνει πάρα πολύ φθονερό, όταν η πραγματικότητα μού δείχνει ότι δεν πορεύονται έτσι. Ο δείνα έχει πιο πολλά χρήματα από μένα, το θέμα μου δεν είναι ούτε πώς τα κέρδισε, ούτε αν επαξίως τα έχει, ούτε πώς τα χρησιμοποιεί. Είναι πώς μπορεί να έχει κάτι που εγώ δεν έχω.

– Θα ερμηνεύατε υπ’ αυτό το πρίσμα κάποιες εκφράσεις αγανάκτησης;

– Νομίζω ναι. Μόνο που στην Ελλάδα υπάρχει πολλή αδικία, είναι δύσκολο να πείσεις τον κόσμο ότι αν βγαίνεις και διαδηλώνεις για την αδικία δεν στοχεύεις μόνο αυτήν, αλλά και ό,τι εσύ φαντάζεσαι ότι θα έπρεπε εσύ να έχεις κι όχι ο άλλος…

Στην τηλεόραση γίνεται σύγχυση εννοιών, όρων, αξιών…

– Ποιες ήταν οι αιτίες που διαφοροποίησαν ή ανέτρεψαν αυτήν την οπτική στη αντίληψη της ζωής;

– Νομίζω ότι έφτασε μια στιγμή που έγινε σαφώς πιο απτό ότι τα αισθήματα που είχαμε προς την οικογένεια δεν ήταν μόνο αυτά που νομίζαμε, το δεύτερο ήταν εξωτερικοί παράγοντες -η επικοινωνία, οι υπολογιστές- που μας έφεραν σ’ επαφή με διάφορους τρόπους σκέψης κι ότι δεν υπήρχε, νομίζω, εδώ στην Ελλάδα, μια υποδομή παιδείας τέτοιας που να μας επιτρέψει να κάνουμε αξιολογήσεις.

– Και εντυπωσιαζόμασταν από κάθε τι καινούργιο…

– Εχετε διαβάσει ένα ποίημα του Σουρή, ο οποίος περιγράφει πως οι Ελληνες στο ένα πόδι φοράνε τσαρούχι και στο άλλο λουστρίνι ευρωπαϊκό. Νομίζετε ότι μιλάει για τη σημερινή εποχή!

– Θα επιμείνω: πώς έφτασαν όσοι σήμερα διεκδικούν κάτι να μην υπολογίζουν τους διπλανούς τους;

– Μην ξεχνάτε ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη από όρια. Ενα μικρό παιδάκι δεν έχει όρια. Αν δεν χτιστεί γύρω του ένα πλαίσιο, δεν θα μπορέσει ποτέ να εσωτερικεύσει αυτό που είναι η έννοια του νόμου. Εμείς έχουμε πάρει έναν τελείως στραβό δρόμο, που έλεγε: θα κάνουμε κράτος το οποίο θα το βαφτίσω προστάτη, θα το βαφτίσω γονιό που θα λύνει όλα τα προβλήματα και προς τον οποίο γονιό εγώ δεν θα έχω καμία υποχρέωση. Και βλέπετε ότι αυτή τη στιγμή οι υποτιθέμενοι κυβερνώντες δεν έχουν την έννοια ότι υπάρχουν πράγματα που επιτρέπονται και πράγματα που απαγορεύονται. Αλλά, δεν το έχουν κι όλοι οι δικοί σας (σ.σ. οι δημοσιογράφοι). Στην τηλεόραση γίνεται τέτοια σύγχυση εννοιών, όρων, αξιών κ.λπ. Πώς θα ξεχωρίσει ο άνθρωπος; Δεν υπάρχει καμία σταθερά.

Είναι η στιγμή που η Αννα Ποταμιάνου αναφέρεται στη μεγάλη τύχη που είχε στη ζωή της ως προς τους φίλους και τους δασκάλους της, και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Και αναφέρεται ξεχωριστά στην τύχη να συναναστραφεί με ανθρώπους σαν τον Δημήτρη Πικιώνη, τον Νίκο Χατζηκυριάκο- Γκίκα, τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Νίκο Εγγονόπουλο. «Το λέω αυτό», μου εξηγεί, «γιατί νομίζω ότι τα πρότυπα που προσφέρονται σήμερα στους νέους -ή που επιλέγονται από αυτούς- ίσως να τους στερούν τη δυνατότητα να ανακαλύψουν τι μπορεί πράγματι να καταξιώσει την πορεία μιας ζωής».

– Λείπουν όλο και περισσότερο τα παραδείγματα, τα πρότυπα…

– Αλλά δεν μπορεί να λειτουργήσουν και πρότυπα, διότι δεν είναι αποδεκτή η έννοια του προτύπου. Στον χώρο τον δικό μου, που κατά τεκμήριο είναι ορισμένης μορφώσεως, η έννοια της ελευθερίας του λόγου δεν είναι συνυφασμένη με το όριο του σεβασμού του άλλου. Ελευθερία του λόγου σημαίνει, και υποστηρίζεται αυτό, «θα λέω ό,τι θέλω και θα υφίστασαι αυτό που λέω. Δεν σου αρέσει; Θύμωσε και πέταξέ μου στο κεφάλι την καρέκλα». Οπότε δεν υπάρχει δυνατότητα διαλόγου.

– Υπάρχει άποψη θεραπευτική που έχει αυτή την αντίληψη;

– Οχι μόνο θεραπευτική, αλλά υπαρξιακή. Εχω το δικαίωμα να σας λέω τις απόψεις μου, όχι μόνο γιατί θέλω να σας τις επιβάλλω, αλλά γιατί ο τρόπος με τον οποίο τις λέω πρέπει να σας είναι αποδεκτός έστω κι αν σας βρίζω. Κι εάν εσείς δεν το δέχεστε, χτυπήστε με κι εσείς.

– Δηλαδή καλλιεργούν την επιθετικότητα…

– Νομίζω ότι καλλιεργούν ανομία. Είναι αντίληψη ελευθερίας. Εάν η ελευθερία του λόγου επεκτείνεται και στην ελευθερία των πράξεων τότε συμβαίνουν όσα συνέβησαν στο Σύνταγμα, στα αεροδρόμια και στα λιμάνια στη διάρκεια της απεργίας των ταξί κ.λπ.

– Ο τρόπος που λειτουργούν οι σύγχρονοι πολιτικοί, στην Ελλάδα τουλάχιστον, θυμίζει τους γονείς που δεν ξέρουν πώς να πουν «όχι» στα παιδιά, δεν έχουν ένα πλαίσιο και φέρονται αμήχανα και μπερδεμένα…

– Σίγουρα, αλλά αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει δικό τους εσωτερικευμένο όριο. Ξέρετε ότι για πρώτη φορά πριν από λίγες μέρες είδα ένα άρθρο του Μανιτάκη και του Αλιβιζάτου με τίτλο «Χαμηλώστε του τόνους». Και είπα «επιτέλους». Ομως αυτά που γίνονται τώρα ετοιμάζονταν από χρόνια. Κοίταζα πριν από μερικές μέρες σε δύο άρθρα που είχα γράψει πριν από χρόνια, το ένα για την «Καθημερινή» και το άλλο για τη «Μεσημβρινή» και έλεγα «Κράτος για ποιους και από ποιους;». Δεν είναι τωρινά αυτά που μας βρήκαν, είναι πράγματα που τα φτιάξαμε, τα υφάναμε. Αυτό με αγανακτεί εμένα.

– Αυτό αφορά το σύνολο των πολιτών ή αναφέρεστε μόνο στους κυβερνήτες όλων αυτών των χρόνων;

– Τους κυβερνήτες όμως εμείς τους βγάζουμε… Μπορείτε να φανταστείτε μια εκλογική περίοδο που να μην πάει κανείς να ψηφίσει; Αυτό θα ήταν μια διαμαρτυρία ουσιαστική κι όχι βίαιη. Και θα έλεγε ότι «δεν σας θέλουμε».

Λίγο πριν περάσουμε στην τραπεζαρία, η Αννα Ποταμιάνου μου εξομολογείται ότι όταν ήταν παιδί είχε λατρέψει «Το παραμύθι χωρίς όνομα». «Και κάπου η φαντασία μου είναι πως όταν φτάσουμε σ’ αυτό που ο Παλαμάς έλεγε «το πιο χαμηλό σκαλοπάτι», κάτι θα κινηθεί».

Oι σταθμοί της

1951. Η Άννα Πιπινέλη-Ποταμιάνου εργάστηκε ως υπεύθυνη της Υπηρεσίας Επιμελητών του Δικαστηρίου Ανηλίκων Αθηνών, έως το 1954.

1956. Επιστημονική διευθύντρια του Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής και Ερευνών. Παραιτήθηκε επί δικτατορίας και ανέλαβε ξανά καθήκοντα για την περίοδο 1974-1978.

1958. Παίρνει διδακτορικό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

1972. Αρχίζει να εργάζεται ιδιωτικά ως ψυχαναλύτρια.

1974. Γίνεται μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Παρισίων, η οποία την εξέλεξε ως διδάσκουσα το 1980.

1998.  Μέχρι το 2002 ήταν πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, της οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος.

2005.  Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Ενώσεως, έως το 2009.

———————————————————————————————————————————————

Έγραψε:

ΤΟ ΝΗΜΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ (ολόκληρο το κείμενο εδώ)

Για τον S. Freud οι γυναίκες ήταν πρόβλημα, αίνιγμα και μαύρη ήπειρος. Ωστόσο στην ιστορία της ψυχανάλυσης άνοιξαν δρόμους θεωρητικής και κλινικής γνώσης, είτε από τη θέση του αναλυόμενου, είτε από τη θέση του αναλυτή. Η πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη –στην οποία αφιερώνεται η έκδοση αυτή της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας- είναι μορφή που ξεχωρίζει λόγω του τρόπου με τον οποίο έχει εγγραφεί στο χώρο των ψυχαναλυτικών πραγμάτων: κράτησε για τον εαυτό της το ρόλο μιας μητρικής παρουσίας, ρόλο που στην προσωπική της ζωή και στην αναλυτικής διαδρομή χρωματίσθηκε από τις δυσκολίες της παιδικής της ηλικίας, της καταγωγής της, των προσωπικών της διεκδικήσεων, αλλά και από την γενναιοδωρία και την εμμονή της στην διεκπεραίωση όποιας προσπάθειας αναλάμβανε. Ανταποκρινόταν έτσι στο έργο του μητρικού καλέσματος στη ζωή, όπως το είχε διατυπώσει ο Feud. Για κάποια χρόνια ανέπτυξε και στην Ελλάδα σημαντική δραστηριότητα, με στόχο να προωθήσει τις ψυχαναλυτικές θέσεις στον τόπο μας. Όμως η ελληνική πραγματικότητα εκείνης της εποχής δεν υπήρξε θετική. Τα αποτελέσματα της προσπάθειας τελικά αποδείχθηκαν αρνητικά για την πρώτη ψυχαναλυτική ομάδα. Όμως η «πρώτη» αυτή ομάδα που εκείνη ίδρυσε σήμανε και σημάδεψε –έστω και αν αυτό έγινε με την σφραγίδα του αρνητικού- την απαρχή της ελληνικής ψυχαναλυτικής ιστορίας.  Άννα Ποταμιάνου

http://www.psychoanalysis.gr/el/documents/N_Gougoulis_sxolio.pdf

———————————————————————————————————————————————

Ο μόχθος του Ψυχικού

της Άννας ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΥ

Ο Φρόυντ περπάτησε συχνά στα μονοπάτια της ελληνικής σκέψης. Ο |Οιδίπους| του Σοφοκλή, ο |Νάρκισσος| ή ο |Προμηθεύς| της μυθολογίας, ήταν μορφές οικείες και σύντροφοι περιπλανήσεων. Του έλειψε όμως να γνωρίσει τη νεώτερη Ελλάδα, εκεί όπου οι ελεύθεροι πολιορκημένοι του |Σολωμού| δίνουν μια ακριβή, αν και βέβαια μεταφορική εικονογράφηση της δικής του προσωπικής πορείας.
Γιατί ο Φρόυντ ήταν ένας ελεύθερος στοχαστής, όμως ήταν και πολιορκημένος από τις απαιτήσεις μιας συγκεκριμένης κοινωνικής πραγματικότητος, από τους προσδιορισμούς της επιστημονικής γνώσης μιας συγκεκριμένης εποχής, από τους σωματικούς πόνους που δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Περισφιγμένος μέσα σε αντιτιθέμενες δυνάμεις, γύρω και μέσα του, ο Φρόυντ, που ούτε άφοβος ήταν, ούτε απαλλαγμένος από ανθρώπινες αδυναμίες, μπόρεσε ωστόσο να χαράξει ένα προσωπικό μονοπάτι που άλλαξε τις διαδρομές του συλλογισμού και τράνταζε τους βηματισμούς της συναισθηματικής ζωής μας.

Μίλησε για την ετερότητα μέσα μας, για τις επιθυμίες που η συνείδησή μας αγνοεί, για τις ασυνείδητες -και γι’ αυτό απροσδόκητες όταν τις διαπιστώνουμε- διχοτομήσεις και διαψεύσεις που μας κρατούν, για τους καταναγκασμούς επαναλήψεων που μας διαφεντεύουν (στις σχέσεις, στην επαγγελματική μας ζωή, στις επιλογές, στις αναστολές μας).
Τραυματικές εμπειρίες που αφήνουν ίχνη τα οποία δεν υποπτευόμαστε~ μορφώματα ψυχικά που συνδέονται και αποσυνδέονται στην ψυχική γη~ ταυτίσεις και συμπεριφορές που καταδείχνουν τις δονήσεις που ζούμε~ καταστροφικότητες και αναζητήσεις επανόρθωσης~ αγκιστρώσεις και προσπάθειες αποδέσμευσης~ ψυχικός μόχθος και αποφυγή του, όλα αυτά συνθέτουν την ιστορία του καθενός, αν θελήσουμε να αναζητήσουμε, όπως λέει ο Φρόυντ, τις αύλακες που την έχουν χαράξει.

Εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη γέννηση του Φρόυντ, περισσότερο από ποτέ άλλοτε τα κλειδιά κατανόησης, που ο μεγάλος αυτός ο στοχαστής μας έδωσε, φαίνονται χρήσιμα για να προσεγγίσουμε την ψυχοπαθολογία της κοινωνικής και της ατομικής ζωής, τις διαδρομές της σκέψης και των ψυχικών μας κινήσεων, τη δραστηριότητα των μετουσιώσεων, όσο και τις ιδεολογικές αγκιστρώσεις, τις πολιτιστικές ανθρώπινες παραγωγές του χθες και του σήμερα. Ίσως μάλιστα, αν συλλογισθούμε τα χνάρια που χαράζουν οι τόσο συχνές, σήμερα, ναρκισσικές διαταραχές ή οι αδυναμίες της εσωτερικευμένης λειτουργίας νόμων και ορίων, να μας παρέχονται και κάποιες εικόνες που σκιαγραφούν το αύριο του ανθρώπινου γίγνεσθαι.

Βέβαια, είναι αλήθεια ότι χρησιμοποιώντας τους μηχανισμούς της προβολής στους έξω και στους γύρω -που άλλοτε γίνονται σύμμαχοι και άλλοτε εχθροί- και τους μηχανισμούς των διαψεύσεων, οι άνθρωποι δύσκολα αποφασίζουν να συναντήσουν τον εαυτό τους και να επωμισθούν τη βία της αμφιθυμίας τους. Το θάρρος αυτής της αναγνώρισης το είχε ο Φρόυντ. Επιπλέον, ανέλαβε και τον ψυχικό μόχθο που απαιτείται για να μείνει κανείς σε εγρήγορση, ως προς το τι κινείται μέσα του και τι τον κινεί. Δεν είναι εύκολη ετούτη η δουλειά, ούτε ανώδυνη. Γι’ αυτό, ακόμη και μέσα στους ψυχαναλυτικούς κύκλους, λίγοι αντέχουν τους πόνους μιας ουσιαστικής κυοφορίας. Η αποφυγή της ολοκλήρωσής της είναι προφανής στις απλουστεύσεις του φροϋδικού λόγου και στις αναζητήσεις προσμείξεων με άλλα συστήματα γνώσεων, με κλάδους άλλων επιστημών, χωρίς εμβάθυνση στις ομοιότητες ή στις αναλογίες, που ασφαλώς μπορεί να υπάρχουν αλλά δεν συνιστούν ταυτότητα αντιλήψεων. Για όποιον μετράει τις έννοιες και τα όσα κάθε έννοια συμπαρασύρει, ο διάλογος με επιστήμονες άλλων χώρων (βιολόγους, νευροφυσιολόγους, γλωσσολόγους, ιστορικούς, αρχαιολόγους κ.λπ.) έχει δώσει σημαντικά και θετικά αποτελέσματα, όταν οι ψυχαναλυταί που εμπλέκονται σ’ αυτόν είναι σε θέση να χαράζουν τα όρια των επιστημολογικών προσεγγίσεων. Η επιστημολογική θέση της ψυχαναλύσεως είναι μεταψυχολογική, σε ρήξη και σε απόσταση από τις αναπτυξιακές θεωρίες, τη φαινομενολογία, τις φιλοσοφικές προσεγγίσεις της συνειδήσεως, τις γνωσιολογικές θεωρίες και τις θεωρίες της συμπεριφοράς.

Η ψυχανάλυση από παλιά ευνοεί τον διάλογο με επιστήμονες άλλων κλάδων, και περισσότερο από ποτέ τον θέλει σήμερα σε μία στιγμή που η γλώσσα των θετικών επιστημών έχει πλησιάσει πολύ τη γλώσσα της ψυχαναλυτικής γνώσης, αφού έχουν γίνει αποδεκτές παντού έννοιες όπως η σχετικότητα, το αμφίβολο, το τυχαίο, το μη απόλυτα προσδιοριζόμενο. Παραμένει όμως πάντα ενεργός η ανάγκη του καθορισμού και της τηρήσεως ορίων μεταξύ των τομέων γνώσης.

Στα χρόνια που μας χωρίζουν από τη φροϋδική παραγωγή, οι φωνές που προσπαθούν να ακυρώσουν την αξία των όσων ο Φρόυντ έγραψε, όπως και οι δηλώσεις που με βεβαιότητα υπογραμμίζουν την ανεπάρκεια όσων ο Φρόυντ δίδαξε -αναφορές στο άχρηστο και στο τέλος της ψυχαναλυτικής θεωρίας και πρακτικής- δεν έπαψαν να ακούγονται. Ίσως μάλιστα πληθαίνουν, όσο οι καρποί εκείνων που ο Φρόυντ έσπειρε ωριμάζουν, παρά τις απαισιόδοξες προφητείες η ψυχανάλυση δεν πέτρωσε. Μετά τον Φρόυντ ανοίχθηκαν πλατύτερα οι μεταβατικοί χώροι~ οι εγγραφές του αρνητικού και των αυτοκαταστροφικών διαδικασιών~ οι διεργασίες απωλειών στο μεθύστερο~ τα διαταραγμένα πένθη~ η αντιμεταβιβαστική πραγματικότης~ η προβληματική του μαζοχισμού κ.ά.
Σήμερα μελετηταί του ανοσοποιητικού συστήματος, βιολόγοι όπως ο Η. Altlan ή o J-CI. Ameisen, επιβεβαιώνουν πολλές φροϋδικές θέσεις.

Σήμερα ο φροϋδικός λόγος έχει διαποτίσει βαθιά, όχι μόνον την ψυχιατρική, την ψυχολογία, την ψυχοσωματική, αλλά και όλες τις κοινωνικές επιστήμες. Έχει ρίξει κλαδιά στην κατανόηση της πολιτικής και της κομματικής πραγματικότητος. Έχει κυλήσει μέσα στη ζωή των καλλιτεχνών και έχει διαυγάσει την πολιτιστική παραγωγή.
Στον χώρο των ψυχοθεραπευτικών εφαρμογών, ασφαλώς ο εμπλουτισμός των φαρμακευτικών προσεγγίσεων και η ποικιλία άλλων τύπων ψυχοθεραπείας δεν βεβαιώνουν την ψυχαναλυτική πράξη ως μοναδική δυνατότητα. Αλλά η φροϋδική σκέψη που είναι μια σκέψη σε κίνηση διαρκή, δεν αναζήτησε ποτέ αυτού του τύπου τη μοναδικότητα. Την ειδοποιό διαφορά της τη συναντάμε αλλού: στον τρόπο με τον οποίο έδεσε το άλογο και το έλλογο της ανθρώπινης φύσης, στην οργάνωση της εσωτερικής αναρχίας, στην επίγνωση της ελλειμματικότητος και στην αποδοχή της ετερότητος. Το ειδικό της βάρος το βρίσκουμε στις διαδρομές των μεταλλαγών που ιχνηλατεί μέσα στο ψυχικό σύστημα (συνδέσεις, αποσυνδέσεις, παλινδρομήσεις, συρρικνώσεις, επαναλήψεις), του οποίου η ετερογένεια προσδιορίζει και την άμετρη πολυπλοκότητα.
Έλεγα παλαιότερα (1986, περιοδικό |Διαβάζω|, Αφιέρωμα στον Φρόυντ) και το επαναλαμβάνω σήμερα:

Η ψυχανάλυση δεν ορίζεται μόνον από τα θεραπευτικά της αποτελέσματα. Βεβαίως εισάγει αλλαγές στην ψυχική οικονομία και τροποποιεί την προϋπάρχουσα ψυχική ισορροπία. Βεβαίως προσφέρει νέες διεξόδους στις συγκρούσεις. Ασφαλώς κινητοποιεί και συνδέει το συναίσθημα προς τις απωθημένες παραστάσεις. Όμως, πέρα από τις θεραπευτικές της επιπτώσεις, είναι κυρίως ένα άνοιγμα στη λογική της επιθυμίας, στο νήμα της ιστορίας μας και στην οικειοποίηση από το άτομο των ιδίων του των ψυχικών κινήσεων.
Τελικά, είναι πρόσκτηση μιας διαθεσιμότητας που γίνεται δείκτης της δεκτικότητος, την οποία μπορεί να αναπτύξει ο καθένας μας εν σχέσει προς την προσωπική του πορεία, και προς το σκίρτημα των νοημάτων που μπορεί να αναδυθούν μέσα του.

Πηγή: http://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2008/05/blog-post_8660.html

———————————————————————————————————————————————-

Advertisements