Εαυτός και ιδανικός εαυτός


images

Εαυτός (self) – το σχήμα του εαυτού
Εξέχουσα θέση στη θεωρία του Rogers κατέχει η έννοια του «εαυτού». Το άτομο ζει σε ένα φαινομενολογικό περιβάλλον, το οποίο περιλαμβάνει οτιδήποτε συμβαίνει γύρω και μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό σε μια δεδομένη στιγμή και το οποίο μπορεί να γίνει προσιτό στη συνείδηση. Όλο αυτό το σύστημα των αντιλήψεων, των εμπειριών και του νοήματος που δίνεται σε αυτές, αποτελεί το φαινομενολογικό πεδίο του ατόμου (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 1999). Ωστόσο, καθώς προχωρά η ανάπτυξη, ένα κομμάτι αυτού του πεδίου διαφοροποιείται και σχηματίζει τον «εαυτό» του ατόμου (Hall & Lindzey, 1985, Rogers, 1959). Ο «εαυτός» συντίθεται προοδευτικά, διαμέσου των συνδιαλλαγών με τα σημαντικά πρόσωπα του περιβάλλοντος. Το άτομο, σιγά-σιγά, διαμορφώνει ένα σταθερό και οργανωμένο σύστημα αντίληψης του εαυτού. Παρ’ όλο που το άτομο αλλάζει, η αυτοαντίληψη του διατηρείται. Πηγή: http://e-psychology.gr/psychotherapy/125—-carl-rogers

Ο «ιδανικός εαυτός» αναφέρεται στο πώς θα ήθελε ιδανικά να είναι το άτομο (όχι πώς θα έπρεπε να είναι με βάση κοινωνικούς κανόνες). Ο «ιδανικός εαυτός» αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του σχήματος του εαυτού. Ο Freud (1923/1961) ήταν ο πρώτος που αναφέρθηκε στον ιδανικό εαυτό και έδωσε το έναυσμα για πλείστες θεωρίες και έρευνες στον ρόλο του ιδανικού εαυτού (π.χ. Schafer, 1967˙ Cooley, 1964˙ Colby, 1968˙ Higgins, 1987). Ιδιαίτερη προσοχή προσδόθηκε στη νοητή απόσταση ανάμεσα στον ιδανικό εαυτό και τον πραγματικό εαυτό, όπως, επίσης, και στις ψυχοσυναισθηματικές επιπτώσεις που επέρχονται από την αύξηση ή τη μείωση της απόστασης αυτής (π.χ. Rogers, 1961˙ Markus & Nurius, 1986˙ Higgins, 1987). Όταν η απόσταση ανάμεσα στον πραγματικό εαυτό και τον ιδανικό εαυτό είναι μεγάλη, τότε η ασυμφωνία αυτή δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα, όπως απογοήτευση, λύπη, φόβο, θυμό και απειλή. Ευνοϊκή θεωρείται μια μικρή απόσταση από τον ιδανικό εαυτό, η οποία παρέχει στο άτομο το κίνητρο, αλλά και την ικανότητα, να βελτιώσει τον εαυτό του σε ρεαλιστικά πλαίσια. Πηγή: ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΚΑΙ ΜΑΘΗΣΗ

psicologia-bases1

Πραγματικός και ιδανικός εαυτός – ασυμφωνίες και άμυνες
«Όσο οι όροι αξίας που βάζουν οι άλλοι για την προσφορά της πολυπόθητης αποδοχής και θετικής αναγνώρισης γίνονται πιο απαιτητικοί και άκαμπτοι, τόσο το άτομο κινδυνεύει να χάσει την κατεύθυνση που του προσφέρει το οργανισμικό αξιολογητικό του σύστημα και αντ’ αυτού κατευθύνεται από τους όρους αξίας και την αξιολόγηση των άλλων» (Ιωσηφίδη & Ιωσηφίδης, 2002). Το κομμάτι του ατόμου, το οποίο λειτουργεί με βάση τις επιταγές της οργανισμικής διαδικασίας εξέλιξης, είναι ο πραγματικός εαυτός.
Ιδανικός εαυτός, είναι σύμφωνα με τον Rogers η αντίληψη της πραγματικότητας που το άτομο θα ήθελε να διαμορφώσει. Συγκεντρώνει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται δυνητικά με τον εαυτό και βρίσκονται ιδιαίτερα ψηλά στην αξιολογητική κλίμακα του ατόμου. Το άτομο φαίνεται να συμπεριφέρεται με κίνητρα και άμυνες που διαμορφώνονται ανάλογα με το πώς αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σε σχέση με τις εμπειρίες που βιώνει και σε συνάρτηση με αυτό που θα ήθελε να είναι. Η σύγκρουση ανάμεσα στον πραγματικό και τον ιδανικό εαυτό αποτελεί πηγή άγχους και πόνου και αναδύει τους μηχανισμούς άμυνας (προκειμένου οι προσλαμβανόμενες εμπειρίες να γίνουν λιγότερο απειλητικές) και δυνητικά οδηγεί σε ψυχοπαθολογικές συμπεριφορές.

Πηγή: http://e-psychology.gr/psychotherapy/125—-carl-rogers

Βιβλιογραφία

Colby, K.M. (1968). A programmable theory of cognition and affect in individual personal belief systems. In R.P. Abelson, E., Aronson, W.J. Mc Guire, T.M. Newcomb, M.J. Rosenberg, & P.H. Tannenbaum (Eds.), Theories of cognitive consistency: A source book (520-525). Chicago: Rand McNally.

Cooley, C.H. (1964). Human nature and the social order. New York: Schocken Books.

Freud, S. (1961). The ego and the id. In J. Starchey (Ed. And Translation), The standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud (Vol. 19, pp 3-66). London: Hogarth Press. (Original work published 1923)

Hall, Calvin, and Lindzey, Gardener, (1985). Introduction to Theories of Personality. New York: John Wiley and Sons. Inc.

Higgins, E.T. (1987). Self-discrepancy: A theory relating self and affect. Psychological Review, 94, 319-340.

Markus, H., & Nurius, P., (1986). Possible Selves. American Psychologist, 41, 954-969.

Rogers, C.R. (1961). On becoming a person. Boston: Houghton Mifflin.

Rogers, C. (1959). A theory of therapy, personality and interpersonal relationships as developed in the client-centered framework.

Schafer, R. (1967). Ideals, the ego ideal and the ideal self. In R.R. Holt (Ed.), Motives and thought: Psychoanalytic essays in honour of David Rapaport (Special Issue). Psychological Issues, 5 (2-3), 131-174.

Ιωσηφίδη, Π. & Ιωσηφίδης, Ι. (2002). Η προσωποκεντρική προσέγγιση του Carl Rogers. Στο Ποταμιάνος, Θεωρίες προσωπικότητας και κλινική πρακτική, 5η έκδοση αναθεωρημένη. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

0_it4rZSgbs9eIC6cB

9 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s