Μάθημα ΘΨ01: Μνήμη


Η Μνήμη

Μνήμη είναι η λειτουργία του νου που επιτρέπει τη διατήρηση της μάθησης στο χρόνο μέσω της αποθήκευσης και της ανάκτησης/ανάκλησης πληροφοριών. Για να αποθηκεύσουμε στη μνήμη ένα γεγονός, δημιουργούμε και στέλνουμε τις σχετικές με αυτό πληροφορίες στον εγκέφαλό μας (κωδικοποίηση), τις εγκαθιστούμε εκεί (αποθήκευση) και αργότερα, αν τις ξαναχρειαστούμε, τις στέλνουμε προς τα έξω (ανάκτηση).

Η Κωδικοποίηση

Υπάρχουν δύο είδη κωδικοποίησης: η αυτόματη (παράδειγμα η διαδρομή που έχει στο νου του ο μαθητής για να πάει από την αυλή τού σχολείου στην τάξη του) και η επίπονη (παράδειγμα η εκμάθηση των εννοιών που παρουσιάζονται στο παρόν κεφάλαιο).

Αυτόματη Κωδικοποίηση. Κωδικοποιούμε έναν τεράστιο αριθμό πληροφοριών για το χώρο, το χρόνο και τη συχνότητα εμφάνισης γεγονότων, με μικρή ή καθόλου προσπάθεια (παράδειγμα: για να βρούμε πού βάλαμε το πανωφόρι μας, αναπαράγουμε στο νου μας την ακολουθία των γεγονότων που προηγήθηκαν). Μερικά είδη αυτόματης κωδικοποίησης είναι προϊόντα μάθησης, όπως για παράδειγμα το να διαβάζουμε ανάποδα προτάσεις, ενώ δύσκολα μπορούμε να απενεργοποιήσουμε την αυτόματη κωδικοποίηση.

Επίπονη Κωδικοποίηση. Υπάρχουν πληροφορίες που μπορούμε να απoμνημονεύσουμε μόνο αν καταβάλουμε προσπάθεια και αν δώσουμε σε αυτές τη δέουσα προσοχή. Πράγματι, η μνήμη μας ενισχύεται με την επανάληψη νέων πληροφοριών (παράδειγμα: ένα νέο όνομα).

Ο Hermann Ebbinghaus (1850-1909), πρώτος μελέτησε τη δική του μάθηση και λήθη νέου λεκτικού υλικού (λέξεις με τρία γράμματα χωρίς νόημα) και ήταν ο πρώτος που έδειξε τη σχέση επανάληψης και μνήμης.

ebin

Ο Ebbinghaus διαπίστωσε ότι όσο περισσότερες φορές εξασκούνταν στην εκμάθηση μιας λίστας 20 τέτοιων λέξεων την πρώτη μέρα, τόσο λιγότερες επαναλήψεις χρειαζόταν να κάνει την επόμενη ημέρα. Δηλαδή, το πόσα θυμόμαστε εξαρτάται από το χρόνο που εργαστήκαμε για να το μάθουμε. Ακόμη κι όταν μάθουμε κάτι, η επιπλέον επανάληψή του (υπερμάθηση) αυξάνει την πιθανότητα διατήρησής του στη μνήμη μας. Επίσης, συγκρατούμε καλύτερα πληροφορίες όταν οι επαναλήψεις είναι κατανεμημένες μέσα στον χρόνο.

ebin-d

 Διάγραμμα 1. Ποσοστά συγκράτησης του μνημονικού υλικού στο πείραμα του Ebbinghaus

Δεν υπάρχει κανόνας, αλλά γενικά όταν το υλικό που απομνημονεύουμε είναι χωρίς ενδιαφέρον για μας, ενδείκνυται η μαζική μάλλον αντιμετώπισή του, ενώ όταν απομνημονεύουμε κριτικά, η κατανομή της επανάληψης σε επιμέρους ενότητες είναι αποτελεσματικότερη. Έχει, επίσης, διαπιστωθεί η τάση μας να θυμόμαστε καλύτερα τα πρώτα και τα τελευταία στοιχεία μιας λίστας. Ωστόσο, η επανάληψη δεν είναι αρκετή για τη μεταφορά των πληροφοριών από τη βραχύχρονη στη μακρόχρονη μνήμη.

Τι κωδικοποιούμε;

Για να σχηματίσουμε (μακροχρόνιες) μνήμες, χρησιμοποιούμε τρεις τεχνικές επίπονης κωδικοποίησης των εισερχομένων πληροφοριών: τις κωδικοποιούμε με βάση τη σημασία τους, τις απεικονίζουμε νοερά και τις οργανώνουμε νοητικά.

Κωδικοποίηση σημασίας. Όταν επεξεργαζόμαστε λεκτικές πληροφορίες για να τις αποθηκεύσουμε, συνήθως κωδικοποιούμε τη σημασία τους. Έτσι δεν θυμόμαστε τα πράγματα ακριβώς όπως είναι (ήταν), αλλά θυμόμαστε αυτά που κωδικοποιούμε. Είναι, επομένως, μάταιο να προσπαθούμε να θυμηθούμε λέξεις που δεν καταλαβαίνουμε, ενώ βοηθάει πολύ αν τις παραφράσουμε με όρους που κατανοούμε.

Κωδικοποίηση νοερών αναπαραστάσεων. Απομνημονεύουμε ευκολότερα εικόνες ή νοερές αναπαραστάσεις από ότι ορισμούς, ημερομηνίες και γενικά ο,τιδήποτε δεν μπορούμε να αναπαραστήσουμε νοερά. Αυτό το είδος της κωδικοποίησης βρίσκεται στη βάση της μνημοτεχνικής, δηλαδή των μνημονικών κανόνων που βελτιώνουν τη μνήμη. Παράδειγμα: για να θυμηθώ ευκολότερα τον αριθμό τηλεφώνου 2310453789 συνδυάζω τον κωδικό της Θεσσαλονίκης (2310) τα επόμενα τρία πρώτα ψηφία με την πτώση της Πόλης (1-453) και τα άλλα τρία με τη γαλλική επανάσταση (1-789).

Οργάνωση πληροφοριών. Οργανώνουμε τις πληροφορίες για να τις θυμόμαστε ευκολότερα, είτε ανάγοντάς τες σε μνημονεύσιμα τμήματα (π.χ., ακρωνύμια), είτε σε ιεραρχήσεις (π.χ., μερικές ευρείες έννοιες τις διαιρούμε και τις υπο-διαιρούμε σε πιο περιορισμένες έννοιες και γεγονότα).

Η Αποθήκευση

Αισθητηριακή μνήμη. Διαθέτουμε εικονική μνήμη, δηλαδή μια «φωτογραφική» μνήμη των οπτικών ερεθισμών που διαρκεί για μερικά δέκατα του δευτερολέπτου και ηχομνήμη, δηλαδή μια στιγμιαία αισθητηριακή μνήμη για ακουστικούς ερεθισμούς, η οποία διαρκεί λίγο περισσότερο από την εικονική μνήμη. Ένα μέρος από τους ερεθισμούς του περιβάλλοντος, αφού περάσει μια διαδικασία πρώτης επιλογής, συλλαμβάνεται -σαν σε φωτογραφία- από την αισθητηριακή μνήμη, στην οποία διατηρούνται για ένα πολύ σύντομο διάστημα (παράδειγμα το μετείκασμα στον κινηματογράφο).

Βραχύχρονη μνήμη. Το μεγαλύτερο μέρος των εισερχομένων ερεθισμών στο επίπεδο της αισθητηριακής μνήμης, μετά από ένα δεύτερο φιλτράρισμα, χάνεται, ενώ το υπόλοιπο μεταφέρεται στη βραχύχρονη μνήμη. Εκεί οι πληροφορίες αυτές αποθηκεύονται για σύντομο χρονικό διάστημα, για δευτερόλεπτα ή λίγα λεπτά (παράδειγμα η συγκράτηση ενός αριθμού τηλεφώνου από τη στιγμή που τον βλέπουμε στον κατάλογο μέχρι που τον πληκτρολογούμε λίγο αργότερα). Η βραχύχρονη μνήμη έχει περιορισμένη διάρκεια, όταν δεν υπάρχει ενεργή επεξεργασία των πληροφοριών και περιορισμένη χωρητικότητα, δηλαδή μπορεί να αποθηκεύσει κατά μέσο όρο επτά στοιχεία πληροφορίας (συν πλην δύο). 

Μακρόχρονη μνήμη. Οι πληροφορίες παραμένουν στο νου μας για λεπτά, ώρες, μέρες, χρόνια, δεκαετίες. Ένα μεγάλο μέρος των πληροφοριών που διαχειρίζεται η βραχύχρονη μνήμη χάνεται τελικά, ενώ το υπόλοιπο παραμένει στο νου μας και μπορούμε να το ανακαλέσουμε άλλοτε εύκολα και άλλοτε δύσκολα και με μικρή ή μεγαλύτερη ακρίβεια κάθε φορά. Η μακρόχρονη μνήμη ταυτίζεται με αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι εννοούν όταν μιλάνε για μνήμη.Η δυνατότητά μας αποθήκευσης πληροφοριών στη μακρόχρονη μνήμη ουσιαστικά δεν έχει όρια. Ο μέσος ενήλικας έχει περίπου ένα δισεκατομμύριο πληροφορίες στη μνήμη του. Ωστόσο, οι περισσότερες από αυτές χάνονται. Γνωρίζουμε ήδη ότι η λήθη είναι πολύ γρήγορη στην αρχή και με τον καιρό σταθεροποιείται.

Η Ανάκτηση

Για τους περισσότερους ανθρώπους η μνήμη ταυτίζεται με την ανάκληση, δηλαδή την ικανότητα ανάκτησης πληροφοριών. Για τους ψυχολόγους, όμως, μνήμη σημαίνει πως κάτι που μαθεύτηκε έχει συγκρατηθεί στο νου. Έτσι η αναγνώριση ή η αναμάθηση πληροφοριών, επίσης, δηλώνει μνήμη. Αν κάποτε μάθαμε κάτι και μετά το ξεχάσαμε, πιθανόν να το ξαναμάθουμε πιο γρήγορα από όσο χρόνο κάναμε για να το μάθουμε αρχικά. Τα τεστ αναγνώρισης και ο χρόνος που χρειαζόμαστε για την αναμάθηση αποκαλύπτουν ότι θυμόμαστε (έχουμε συγκρατήσει) περισσότερα από όσα ανακαλούμε.

Ενδείξεις ανάκτησης. Οι μνήμες δεν είναι προσβάσιμες αν δεν διαθέτουμε τις κατάλληλες ενδείξεις για να τις ανακτήσουμε. Όσο περισσότερες και καλύτερα μαθημένες είναι οι ενδείξεις, τόσο πιο προσβάσιμες είναι οι αποθηκευμένες πληροφορίες (μνήμες).

Επιδράσεις του πλαισίου. Θυμόμαστε καλύτερα όταν βρεθούμε στο πλαίσιο όπου βιώσαμε αυτό που θέλουμε να θυμηθούμε. Αν επιστρέψουμε στο σπίτι μας ή στο σχολείο μας, θα κατακλυστούμε από ενδείξεις ανάκτησης και μνήμες. Εδώ εντάσσεται και η ψευδαίσθηση ότι μια νέα οπτική εμπειρία έχει ιδωθεί στο παρελθόν, γνωστό ως φαινόμενο déjà vu (ήδη ιδωμένο). Αν βρεθήκαμε στο παρελθόν σε μια παρόμοια κατάσταση, αν και δεν μπορούμε να την ανακαλέσουμε, η τωρινή κατάσταση μπορεί να είναι φορτωμένη με ενδείξεις που ασυνείδητα μας βοηθούν να ανακτήσουμε τις πρώτες αυτές εμπειρίες.

Διαθέσεις και Μνήμες. Γεγονότα του παρελθόντος μπορεί να έχουν διεγείρει συγκεκριμένα συναισθήματα, τα οποία αργότερα μας οδηγούν να ανακαλέσουμε τα γεγονότα που συνδέθηκαν με αυτά τα συναισθήματα. Ακόμη πιο έντονη είναι η επίδραση της διάθεσής μας στη μνήμη. Φαίνεται ότι συνδέουμε καλά και άσχημα γεγονότα με τα συναισθήματα που τα συνοδεύουν. Με τον τρόπο αυτόν, τα συναισθήματα γίνονται ενδείξεις ανάκτησης. Όταν αισθανθούμε ξανά «καλά» ή «άσχημα», τότε πιο εύκολα ανακαλούμε τις «καλές» και «άσχημες» στιγμές που συνδέονται με τα συναισθήματά μας. Το ότι οι μνήμες μας εξαρτώνται αρκετά από τη διάθεσή μας εξηγεί και τα διαφορετικά συναισθήματα που εκφράζουν για τους γονείς τους οι έφηβοι ανάλογα με τις διαθέσεις τους. Η διάθεσή μας επηρεάζει ακόμα και τον τρόπο που ερμηνεύουμε τη συμπεριφορά των άλλων.

Πόσο ακριβείς είναι οι μνήμες μας;

Κατασκευάζουμε τις μνήμες μας καθώς τις κωδικοποιούμε και μπορεί, επίσης, και να τις τροποποιήσουμε καθώς τις ανασύρουμε από τις τράπεζες δεδομένων της μνήμης μας. Πειράματα έδειξαν ότι συμβαίνει επίδραση της παραπληροφόρησης, φαινόμενο κατά το οποίο αυτόπτης μάρτυρας ενός συμβάντος δέχεται παρα-πλανητικές πληροφορίες γι’ αυτό με συνέπεια η επί πλέον λανθασμένη πληροφορία (παραπληροφόρηση) να ενσωματωθεί στην ανάμνηση του γεγονότος. Καθώς οι άνθρωποι εξιστορούν ένα περιστατικό, γεμίζουν τα κενά της μνήμης τους με αληθοφανείς εικασίες και υποθέσεις. Μετά από πολλές διηγήσεις, συχνά ανακαλούν αυτές τις υποθετικές λεπτομέρειες, που τώρα έχουν απορροφηθεί στη μνήμη τους, σαν να τις είχαν παρατηρήσει στην πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι αν οι αναμνήσεις μας είναι αληθινές μόνο και μόνο επειδή τις νιώθουμε αληθινές. Οι αναληθείς αναμνήσεις μοιάζουν πολύ με τις αληθινές!

Οι Ανασταλτικές Λειτουργίες της Μνήμης

Συνειρμική επίσχεση. Είναι το εμπόδιο που συναντάμε όταν είμαστε αναγκασμένοι να αντικαταστήσουμε με νέες γνώσεις ισχυρό μνημονικό υλικό που έγινε κτήμα μας ύστερα από υπερμάθηση (π.χ., όταν ξέρουμε καλά μια ξένη γλώσσα και προσπαθούμε να μάθουμε μια δεύτερη).

Αναδρομική επίσχεση. Συμβαίνει όταν κάτι που μαθαίνουμε επιδρά δυσμενώς πάνω σε μια προηγούμενη μάθηση.

Ανασταλτική επίσχεση. Συμβαίνει όταν μια δεδομένη μάθηση παρακωλύει τη διαδικασία απομνημόνευσης ενός υλικού που ακολουθεί (π.χ., δυσκολευόμαστε να μάθουμε τον καινούριο αριθμό τηλεφώνου μας γιατί παρεμβαίνει ο παλιός). Η επίδραση της ανασταλτικής επίσχεσης ελαχιστοποιείται αν λίγο μετά τη μάθηση πάμε για ύπνο.

Επίσχεση λόγω ομοιότητας. Είναι δύσκολο πολλές φορές να ξεχωρίσουμε και να αναπλάσουμε με ακρίβεια δύο μνημονικά στοιχεία που μοιάζουν πολύ μεταξύ τους (π.χ., τις λέξεις «μετάπλαση» και «μετάσταση»).

Συναισθηματική επίσχεση. Ισχυρά συναισθήματα που προκαλούνται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μάθησης παρακωλύουν την απομνημόνευση (π.χ., αυταρχικότητα εκπαιδευτικού, ανασφάλειες μαθητών).

Επίσχεση λόγω κορεσμού. Όταν το προς απομνημόνευση υλικό ύστερα από επανειλημμένες μηχανικές ασκήσεις δεν παρουσιάζει πλέον καμιά εναλλαγή και κανένα ενδιαφέρον και καταλήγει να είναι ανιαρό.

Η Λήθη

Η ικανότητά μας να ξεχνάμε είναι μια ευεργετική λειτουργία του νου μας γιατί μας απαλλάσσει από έναν όγκο άχρηστων, ενοχλητικών ή παρωχημένων πληροφοριών.

Τι είναι όμως αυτό που προκαλεί τη λήθη; Όσα λησμονούμε μοιάζουν με βιβλία που δεν μπορούμε να τα βρούμε στη βιβλιοθήκη μας, είτε γιατί δεν τα αποκτήσαμε ποτέ, είτε γιατί τα πετάξαμε, είτε γιατί δεν ξέρουμε πού ακριβώς είναι για να τα βρούμε.

Η λήθη ως αποτυχία στην κωδικοποίηση. Ένας τρόπος με τον οποίον ξεχνάμε είναι η αποτυχία κωδικοποίησης της πληροφορίας, πράγμα που σημαίνει ότι η πληροφορία δεν εισέρχεται στο σύστημα της μακρόχρονης μνήμης μας. Πράγματι, ανάμεσα στους μυριάδες ήχους και εικόνες που μας βομβαρδίζουν συνεχώς, προσέχουμε (γιατί μας ενδιαφέρουν) πολύ λίγα (π.χ., πόσοι θυμόμαστε πώς ακριβώς είναι ένα δεκάρικο, παρόλο που έχουμε δει χιλιάδες μέχρι τώρα;).

Η λήθη ως εξασθένηση αποθηκευμένων πληροφοριών. Με την πάροδο του χρόνου πολλές από τις πληροφορίες που αποθηκεύουμε εξασθενούν και λησμονούνται.

Η λήθη ως αποτυχία στην ανάκτηση. Συχνά δεν έχουμε τις πληροφορίες που χρειαζόμαστε για να ψάξουμε στη μνήμη μας και να ανακαλέσουμε μια συγκεκριμένη ανάμνηση. Γνωρίζουμε ότι υπάρχει η πληροφορία κάπου μέσα στο νου μας, αλλά δεν μπορούμε να την ανασύρουμε στην επιφάνεια (π.χ., λέμε «εδώ, να, στην άκρη της γλώσσας μου το έχω το όνομα»). Αν μας δοθεί, όμως, κάποια ένδειξη, τότε εύκολα μπορούμε να ανακτήσουμε τη ζητούμενη πληροφορία.

Οδηγίες για τη Βελτίωση της Μνήμη μας

 να μελετάμε διαρκώς για να ενισχύουμε τη ανάκληση από τη μακρόχρονη μνήμη,

 να ξοδεύουμε περισσότερο χρόνο στην επανάληψη ή την ενεργή μας ενασχόληση με το υλικό που πρέπει να μάθουμε,

 να τροποποιούμε το υλικό με τέτοιο τρόπο που να έχει νόημα για μας,

 να χρησιμοποιούμε τη μνημοτεχνική για να θυμόμαστε λίστες από άγνωστα στοιχεία,

 να ανανεώνουμε τη μνήμη μας με την ενεργοποίηση των ενδείξεων για ανάκτηση,

 να ελαχιστοποιούμε την επίδραση της επίσχεσης: για παράδειγμα, μελετάμε αυτό που θέλουμε να μάθουμε πριν κοιμηθούμε και δεν διαβάζουμε το ένα μετά το άλλο θέματα που παρουσιάζουν ομοιότητες,

 εξετάζουμε τον εαυτό μας για να διαπιστώσουμε τι μάθαμε, για να κάνουμε επανάληψη και για να προσδιορίσουμε τι απομένει ακόμη να μάθουμε.

Επτά δραστηριότητες που θα βελτιώσουν τη μνήμη σας!

Advertisements

One thought on “Μάθημα ΘΨ01: Μνήμη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s